ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ
(θυμίαμα μάνναν)

Ελθέ μάκαρ Παιάν Τιτυοκτόνε Φοίβε Λυκορεύ
Μεμφίτ' αγλαότιμε ιήιε ολβιοδώτα
χρυσολύρη σπερμείε αρότριε Πύθιε Τιτάν
Γρύνειε Σμινθεύ Πυθοκτόνε Δελφικέ μάντι
άγριε φωσφόρε δαίμον εράσμιε κύδιμε κούρε
μουσαγέτα χοροποιέ εκηβόλε τοξοβέλεμνε
Βάκχιε και Διδυμεύ εκάεργε Λοξία αγνέ
Δήλιε άναξ πανδερκές έχων φαεσίμβροτον όμμα
χρυσοκόμα καθαράς φήμας χρησμούς τ' αναφαίνων
κλυθί μου ευχομένου λαών ύπερ εύφρονι θυμώι
τόνδε συ γαρ λεύσσεις τον απείριτον αιθέρα πάντα
γαίαν τ' ολβιόμοιρον ύπερθέ τε και δι' αμολγού
νυκτός εν ησυχίαισιν υπ' αστεροόμματον όρφνην
ρίζας νέρθε δέδορκας έχεις δε τε πείρατα κόσμου
παντός σοι δ' αρχή τε τελευτή τ' εστί μέλουσα
παντοθαλής συ δε πάντα πόλον κιθάρηι πολυκρέκτωι
αρμόζεις οτέ μεν νεάτης επί τέρματα βαίνων
άλλοτε δ' αυθ' υπάτην ποτέ Δώριον εις διάκοσμον
πάντα πόλον κιρνάς κρίνεις βιοθρέμμονα φύλα
αρμονίηι κεράσας παγκόσμιον ανδράσι μοίραν
μίξας χειμώνος θέρεος τ' ίσον αμφοτέροισιν
εις υπάτας χειμώνα θέρος νεάταις διακρίνας
Δώριον εις έαρος πολυηράτου ώριον άνθος
ένθεν επωνυμίην σε βροτοί κλήιζουσιν άνακτα
Πάνα θεόν δικέρωτ' ανέμων συρίγμαθ' ιέντα
ούνεκα παντός έχεις κόσμου σφραγίδα τυπώσιν
κλύθι μάκαρ σώζων μύστας ικετηρίδι φωνήι
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαύρος Απόλλωνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαύρος Απόλλωνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Απριλίου 2008

Το φως του Ηλιου

Ο Ήλιος παρέμεινε για τους αρχαίους Έλληνες μια ξέχωρη μορφή από αυτή του Απόλλωνα, όπως η Σελήνη μια ξέχωρη μορφή από αυτή της Άρτεμης. Η σύγχυση, που δεν καθιερώθηκε οριστικά παρά στη ρωμαϊκή εποχή, δε βρίσκεται ούτε στον Όμηρο, ούτε στον Ησίοδο, ούτε στους ύμνους του Πινδάρου.
Η Άρτεμης και ο αδελφός της δεν αναπαριστούν λοιπόν, όπως συχνά έγινε πιστευτό στη συνέχεια, τη Σελήνη και τον Ήλιο, σε πείσμα των φωτεινών τους αρμοδιοτήτων, ακόμα και όταν ο Απόλλωνας είναι ο Φοίβος και η Άρτεμης η Φοίβη.
Πρόκειται για μια διαφορά αρχής ανάμεσα σε δυο είδη φωτός.
Το φως του Ήλιου, όπως και αυτό της Σελήνης, παραμένει ένα φυσικό φως,
ενώ το φως του Απόλλωνα δεν μπορεί να είναι,
παρά το πνευματικό φως ή το φως της Έμπνευσης,
λαμβάνοντας υπ' όψη τις τρεις ευεργετικές του αρμοδιότητες (ιατρική, μουσική, μαντεία).
Το φυσικό φως μπορεί να χρησιμεύσει; σαν ένδυμα ή σαν σύμβολο στο πνευματικό φως - κι αυτό είναι που εξηγεί τη μεταγενέστερη σύγχυση -, αλλά τα δυο αυτά φώτα παραμένουν στην πηγή τους τελείως ανόμοια.
Έτσι στην περίφημη αλληγορία του Πλάτωνα, ο αισθητός Ήλιος είναι μόνο η εικόνα ή το ανάλογο του ιδεατού Ηλίου ή πνευματικού Ηλίου, όπως το σύμβολο του εσωτερικού οφθαλμου της Διανόησης ή του Νου.

Αλλά ενώ ο φυσικός Ήλιος ή η θεότητα που κυριαρχεί εκεί, είναι ο κινητός μέσα στην "ασταμάτητη" πορεία του ύμνησαν οι ποιητές, όπως και στην αναπαράσταση που αποδέχεται η γεωκεντρική Αστρονομία, ο πνευματικός Ήλιος του Αγαθού είναι ήδη το σταθερό σημείο, γύρω από το οποίο περιστρέφεται ο κόσμος των Ιδεών.
Αυτός ο "ιδεατός τόπος" (τόπος νοητός) βρίσκεται πέρα από τα σύνορα του ορατού ουρανού: είναι "υπερουράνιος".
Ένας κάποιος "φυσιολατρισμός", έμπνευσης χοντρικά "ουράνιας" ή "αστρικής", αναιρείται με την τελευταία προφανή διάκριση του Απόλλωνα και του Ηλίου. Αυτή η διάκριση δείχνει πάντως, ότι το πνεύμα της αρχαίας μυθολογίας μπορεί να βρεθεί πιο κοντά σε αυτό της μεταφυσικής από ότι ορισμένες εμπειρικές ερμηνείες, στην πραγματικότητα πολύ καθυστερημένες, θέλησαν να γίνει πιστευτό.
Υπάρχει λιγότερη σύγχυση στους αρχαίους μύθους από ότι υποθέτουν αυτοί, που θα ήθελαν να αποδώσουν τα πάντα στο χονδροειδές πνεύμα των "πρωτόγονων που τους συνέλαβαν.
Ένας αναντίρρητος "μεταφυσικός" ενθουσιασμός ζωντανεύει ήδη αυτή καθ' εαυτή τη μυθολογία. Η μεταγενέστερη φιλοσοφία θα μπορέσει να παραδεχθεί ένα μυθικό συμβολισμό. Συμβαίνει η ίδια η φιλοσοφία, που δανείσθηκε αυτό το συμβολισμό, να ρίχνει σε κάποιο μέτρο φως στους αρχαίους μύθους.
Δεν ήταν τυχαίο, ότι ο Πλατωνισμός και πριν από αυτόν ο Πυθαγορισμός, τοποθετήθηκαν κάτω από το σημείο του Απόλλωνα. Ο Πυθαγόρας, για τον οποίο γνωρίζουμε ότι ένας τουλάχιστον από τους διαδόχους του (ο Φιλόλαος) απεχθανόταν το πνεύμα της γεωκεντρικής αστρονομίας χωρίς μολαταύτα να δίνει την πρώτη θέση στον ορατό Ηλιο, φέρει στο ίδιο το όνομα του μια αναφορά στο νικητή του Πύθωνα και θα θεωρηθεί σαν
"ο δεύτερος Απόλλωνας".
Σύμφωνα με την πυθαγορική ερμηνεία που διατηρήθηκε από το Νεοπλατωνισμό, ο Απόλλωνας είναι το σύμβολο της υψίστης Μονάδας, σαν "καταστροφέας" του πλήθους των φαινόμενων, που συμβολίζει ο Διόνυσος.
Η διαμάχη μετάξυ των φιλοσόφων και των ποιητών υπάρχει, αλλά είναι λιγότερο σοβαρή ή λιγότερο αποφασιστική, απ' ότι πίστευαν στην εποχή του Πλάτωνα.
Ο Σωκράτης του Πλάτωνα φροντίζει να "ηθικοποιήσει" τους αρχαίους μύθους, συχνά πέρα από τα όρια του επιτρεπτού, αλλά αποκρούοντας τη νατουραλιστική ερμηνεία, που αργότερα θα υιοθετηθεί από τους Στωϊκους και από τους Ευημεριστές , δέχεται μια μεταφυσική εξήγηση, που δεν μπερδεύεται πάντα με την υπερβολική ηθικοποίηση ή με τη στείρα επίδειξη.
Οι σχέσεις της ερμηνείας αυτής με αυτήν του Ορφισμού, είτε περνάμε, είτε όχι από το ενδιάμεσο του Πυθαγορισμού, είναι προφανείς.
Ο ίδιος ο Ήλιος,
πολύ διαφορετικός από τον Απόλλωνα,
δεν είναι ένα χονδροειδές φετίχ.
Δεν είναι ο Ήλιος που βλέπουμε,
αλλά ο Ήλιος που "βλέπει τα πάντα", πράγμα που διαφέρει πολύ.
Ο Ήλιος, όπως το λένε συνέχεια οι ποιητές,
ανακαλύπτει όλα όσα γίνονται στο φως της μέρας,
ενώ η Σελήνη με το φως της κάνει την ίδια δουλειά τη νύχτα.
Ο Ήλιος είναι που προδίδει στον Απόλλωνα, σύμφωνα με τον ομηρικό ύμνο,
το νεαρό κλέφτη των κοπαδιών του Ερμή,
και είναι η Εκάτη ή η Σελήνη,
που κρατώντας τη δάδα ανακρίνει πρώτα τη Δήμητρα, που περιπλανιέται σε αναζήτηση της κόρης της.
Αυτή η λειτουργία είναι αυτή της "ανακάλυψης", εμπειρικής ή πειραματικής, που ασκείται στον ορατό κόσμο.
Τα πράγματα που ανακαλύπτουν οι ουράνιες θεότητες, αλλά όχι "υπερουράνιες", είναι αυτά που βλέπουμε. Δεν είναι αόρατα και δεν μπορούμε να μιλάμε για "μυστήρια", ακόμα κι όταν πρόκειται για "μυστικά".
Εξ αιτίας του ότι η δάδα της σεληνιακής θεάς δε φωτίζει παρά αυτού του είδους τα πράγματα, η Σελήνη δεν είναι σε θέση να δώσει πληροφορίες στη Δήμητρα.
Κι αν ο Ήλιος πραγματικά την πληροφορεί, είναι μόνο για έναν κοινό θάνατο, χωρίς να μπορεί να την οδηγήσει ο ίδιος μέχρι τον άλλο κόσμο, όπως το βεβαιώνει ο ομηρικός ύμνος που διηγείται την ιστορία της Ελευσίνας.
Ο Ήλιος, παρ 'όλο τον "ανώτερο" προσδιορισμό του σαν γιος του Υπέριωνα, είναι ίσως ο άρχοντας των κατασκόπων. Δεν είναι ο άρχοντας των μαντειων και σταματά στο κατώφλι του μυστηρίου, ακόμα και την ώρα της δύσης, αφού σταματά τότε να δίνει πληροφορίες στους ανθρώπους.
Από την πλευρά της, η Εκάτη ή Σελήνη, δεν προΐσταται τη νύχτα παρά σε επιχειρήσεις αρκετά κοινής μαγείας, που δεν περιέχουν καμιά πραγματική αποκάλυψη. Αυτός είναι ο λόγος, που η θεά αυτή που δεν ξεπερνά το "λεπτεπίλεπτο" πεδίο, δεν έγινε ποτέ δεκτή στον Όλυμπο, που είναι καθαρά η περιοχή του Πνευματικού, του Άρρητου ή του Υπερουράνιου.
Ο ίδιος ο Άδης δεν είναι στη λίστα των δώδεκα μεγάλων θεών, αλλά για μια τελείως διαφορετική αιτία και καθόλου αξιοπρεπή.
Το σκοτεινό βασίλειο, που χαρακτηρίζουν καμιά φορά σαν βασίλειο του υπόγειου Δία (Καταχθόνιος Ζευς), είναι σαν μια ανεστραμμένη εικόνα του βασιλείου του Ολύμπου. Αντίθετα η τριπλή Εκάτη, που αντιστοιχεί στις τρεις φάσεις της Σελήνης, όσο μεγάλη θεά κι αν φαίνεται, δεν μπορεί να ιδρύσει παρά ένα βασίλειο ενδιάμεσο, ανάμεσα σ' αυτό του Άνω και σ' αυτό του Κάτω. Δεν είναι λοιπόν τόσο "μακρινή' όσο το όνομα της θα μπορούσε να κάνει πιστευτό.
Πρέπει τέλος να περιορισθεί στο να κυβερνά τον κόσμο του γίγνεσθαι ή υποσεληνιακό κόσμο, χρησιμοποιώντας το μέτρο του χρόνου, που είναι επίσης το μέτρο των πεπρωμένων. Μοιράζεται αυτή την αρμοδιότητα μετρήματος του χρόνου με τον Ήλιο,
ανάλογα με το αν πρόκειται για σεληνιακό ή για ηλιακό έτος.
Αν ο ίδιος ο Ήλιος δεν ανήκει στον Όλυμπο,
αν ξεχάσθηκε από τον Δία,
όπως το διηγείται ο Ησίοδος,
είναι χωρίς αμφιβολία για τον ίδιο λόγο που κάνει τη θεότητα αυτή το ίδιο ή ακόμα περισσότερο "επιφανειακή' (ατελή), περιορίζοντας την στο πεδίο των φυσικών φαινομένων.
Πρόκειται στη μια, όπως και στην άλλη περίπτωση, για θεότητες που σίγουρα δεν είναι αμελητέες, αλλά που ανήκουν στον αρχαίο κύκλο των Τιτάνων.
Δεχθήκαμε στην αρχή αυτής της μελέτης, που ο Απόλλωνας είχε μπορέσει να ασκήσει ορισμένα από τα προνόμια του Άδη, πριν από την οριστική σύσταση του Ελληνικού Πανθέου. Ο Σωκράτης στον Κρατύλο, δε φαίνεται να ενδιαφέρεται λιγότερο για να αποκαταστήσει τη μορφή του Αδη από ότι τη μορφή του Απόλλωνα, που τις συνδέει εξ αιτίας της κοινής τους σημασίας "τρομερός".
Στον Φαίδωνα ο φιλόσοφος είχε δεχθεί τη λαϊκή ετυμολογία, που θέλει το βασίλειο του αόρατου (Αείδης = αυτός που δε βλέπεται).
Αυτό το είχε ήδη δεχθεί, προκειμένου να αποκαταστήσει αυτή την ίδια την έννοια του αόρατου, όπως κι αυτή του θανάτου, που συνδέεται μαζί της.
Οι πλατωνικές "Ιδέες" δεν είναι οι ορατές φόρμες των πραγμάτων μόνο μετά το θάνατο, έχοντας απελευθερωθεί από τα σάρκινα μάτια, αλλά θα μπορέσει κανείς να τις επεξεργαστεί άμεσα, όπως είχε μπορέσει ήδη να το κάνει πριν γεννηθεί.
Στον Κρατύλο, ο Άδης γίνεται μέσα από λογοπαίγνιο αυτός που "γνωρίζει" (ειδέναι) πολλά, στην προκειμένη περίπτωση τα κρυφά πράγματα, πράγμα που αντιβαίνει στο βάθος την προηγούμενη ετυμολογία, μια και δεν πρόκειται γι' αυτά τα πράγματα, που το ατελές φως της ημέρας επαρκεί για να φωτίσει.
Η έννοια του Άδη παραλληλίζεται επίσης στον Κρατύλο με τη σημασία του ονόματος του γιου του Πλούτου (που θα γίνει ο Πλούτωνας των Ρωμαίων), που αντιστοιχεί στα υπόγεια πλούτη, που διατηρεί η τρομερή θεότητα.
Πρέπει ακόμα να θυμίσουμε, πως αν ο Άδης δεν εισέρχεται ποτέ στον Όλυμπο, με τον οποίο δεν επικοινωνεί παρά μέσω του Ερμή, ο ίδιος ο Απόλλωνας διωγμένος για ένα διάστημα από το υπερουράνιο βασίλειο, χρειάσθηκε να εξαγνισθεί πάνω στη γη από τη φήμη του σαν φονιάς.
Ένας πρώτος καταμερισμός δουλειάς, φαίνεται να είχε συσταθεί ως εξής: αν ο Απόλλωνας και η αδελφή τον σκοτώνουν με τα βέλη τους, ο Άδης διατηρεί τα κύματά τους, συσσωρεύοντας έτσι τα πλοία μέσα στα υπόγεια παλάτια του. Βρίσκουμε πραγματικά μια σύγκρουση μεταξύ Απόλλωνα και Άδη, όταν ο τελευταίος πηγαίνει να παραπονεθεί στο Δία, πως ο γιος του Απόλλωνα επιχειρεί να αναστήσει τους νεκρούς, στερώντας του έτσι αυτό που του οφείλεται.
Η ιστορία παρουσιαζόμενη κάτω απ' αυτή τη μορφή, κρύβει ίσως μια άλλη. θα μπορούσε να έχει γίνει συγκρουση μεταξύ Απόλλωνα και Άδη για λόγους συναγωνισμού, μια και ο προσδιορισμός των αρμοδιοτήτων τους, σε κάποια εποχή, δεν ήταν πολύ καθαρός.
Όπως και να’ χει το θέμα, όπως το δείχνει ο Πλάτωνας στον Κρατύλο, είναι ταυτόχρονα και για τους ίδιους λόγους, που τόσο ο Απόλλωνας, όσο και ο Άδης πρέπει να αποκατασταθούν.
Χωρίς αμφιβολία, δεν υπήρξαν ποτέ μυστήρια του Απόλλωνα που να περιείχαν μυήσεις, όπως αυτές των Μυστηρίων της Ελευσίνας, στα οποία ο Άδης έπαιζε το σημαντικό ρόλο που ξέρουμε.
Αλλά ελλείψει μυστηρίων, υπήρχε στους Δελφούς ένα μαντείο του Απόλλωνα, που η φήμη του είναι γνωστή σε όλη την Ελλάδα και που τη σχέση του με τις υπόγειες δυνάμεις δεν μπορεί να την αρνηθεί κανείς, μια και ήταν πάντα αποδεκτό πως διαδεχόταν αυτό της Γης.
Εξ αιτίας της δύναμης αυτού του μαντείου, μπόρεσαν να μιλήσουν για το "φως" τον Απόλλωνα με μια αφηρημένη έννοια, που δεν μπορούσε σίγουρα να είναι η ίδια με αυτή του φωτός του Ηλίου.
Να γιατί δε φοβηθήκαμε να χρησιμοποιήσουμε, για να περιγράψουμε ένα τέτοιο φως, τη δανεισμένη από τη σύγχρονη φυσική έκφραση του " μαύρου φωτός".
Το μαύρο φως
είναι πιο διεισδυτικό από το φως της ημέρας και προϋποθέτει ένα είδος καθόδου στον Άδη, που θα πραγματωθεί, προκειμένου να μπορέσει ύστερα να δει κανείς εκεί καθαρότερα.
Ποια ήταν η σημασία του περίφημου "Γνώθι σεαυτόν", που ήταν γραμμένο στη μετώπη του Ναού των Δελφών;
Μπορεί να το ερμηνεύσει κανείς με τη "μετρημένη" έννοια της Ησιοδικής σοφίας, δηλαδή, "άνθρωπε γνώρισε αυτό που είσαι, ότι δεν είσαι αθάνατος, όπως οι θεοί κι ότι πρέπει να υποταχθείς στην τύχη σου".
Μπορεί να το καταλάβει κανείς επίσης, όπως το έκανε ο Σωκράτης στο διάλογο με τον Αλκιβιάδη, με την έννοια τον "άνθρωπε, γνώρισε το θεό που υπάρχει μέσα σου", δηλαδή συνειδητοποίησε, πως είσαι πολύ περισσότερο, απ' ότι πιστεύεις.
Οι δυο ερμηνείες, αντιθέτου πνεύματος, αξίζουν το ίδιο και χωρίς αμφιβολία αλληλοσυμπληρώνονται, όπως η διπλή όψη της μορφής του Απόλλωνα.
Κατά τον Πλούταρχο, στην ερώτηση του θεού, που του ζητούσε να γνωρίσει τον ίδιο του τον εαυτό, ο άνθρωπος έπρεπε να απαντήσει με το χαιρετισμό, που αντιστοιχούσε στα γιγάντια γράμματα που υπήρχαν στη μετώπη του Ναού ΕΙ, δηλαδή "εσύ είσαι" (υπάρχεις).
Όποιος θέλει να ανυψωθεί στο ανώτερο φως, πρέπει πρώτα να κατέβει στα βάθη του ίδιου τού Είναι του, για να συναντήσει το τρομερό πρόσωπο του θανάτου.
Από την αντιμετώπιση αυτή,
όπως ο μαύρος Απόλλωνας,
θα μπορέσει να ξεπροβάλει πάλι ακτινοβόλος.

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2008

Απόλλωνος συνέχεια

Το διφορούμενο της μορφής του Απόλλωνα φαίνεται ακόμα στους λόγους, που αιτιολογούν την εξορία του στον Άδμητο. Αυτή η εξορία είναι που επιτρέπει τη μεταβολή της μορφής του θεού, που στο εξής θα πάρει μια σημασία θετική, από αρνητική που ήταν.
Δυο λεπτομέρειες είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικές. Ο Απόλλωνας παύει να είναι κυνηγός για να γίνει βοσκός (νόμιος) και αντί για τόξο, θα φέρει στο εξής μια λύρα. Αλλά μαθαίνουμε από τον ομηρικό ύμνο, ότι αυτή η λύρα δεν του ανήκε απαρχής. Είναι ο νέος του αδελφός, ο Ερμής, που του τη χάρισε, σαν αντιστάθμισμα για την κλοπή του κοπαδιού του, ενώ ο Απόλλωνας του δίνει ο' αντιγυριομα το ραβδί του τού βοσκού και του χαρίζει το μαγικό ραβδί, που θα γίνει αργότερα το κηρύκειο.
Είναι λοιπόν φανερό, πως ο λυράρης Απόλλωνας δεν είναι πια ο ίδιος με τον τοξότη Απόλλωνα. Άρα, είναι ο λυράρης Απόλλωνας που οδηγεί το χορό των Μουσών πάνω στις πλαγιές του όρους Παρνασσού. Αυτός είναι ο μουσαγέτης, ο θεός της μουσικής και γενικότερα, με την πλατιά έννοια της λέξης στους Έλληνες, ο θεός της έμπνευσης κάτω από όλες τις μορφές της, ποιητική, τεχνική και επιστημονική. Κι ακόμα σαν λυράρης είναι που θα πρωτοστατήσει, σαν τον Αμφίωνα, στο ξανακτίσιμο των τειχών της πόλης της Τροίας, για λογαριασμό του βασιλιά Λαομέδοντα, παρ' όλο που αυτό το επεισόδιο δε θα τελειώσει χωρίς φασαρίες. Αλλά η μορφή του Απόλλωνα σαν απλου βοσκού είναι ήδη αξιοπρόσεχτα ευεργετική. Ο Απόλλωνας κάνει να αυξηθούν τα κοπάδια, που δίνουν κάτω από την καθοδήγηση του εξαιρετικά γεννήματα και σώζει για πρώτη φορά τον φίλο του Άδμητο από τον Άδη. Είναι ήδη ο λυτρωτής ή ο θεραπευτής θεός, που επωφελείται από την παλιά του συνενοχή με τις Μοίρες για να τις μεθύσει.
Αλλά γιατί ο Απόλλωνας είχε εξοριστεί; Γιατί αυτή η υποδούλωση στους ανθρώπους;
Αυτό το εξηγούν δυο διαφορετικοί μύθοι, από τους οποίους ο ένας παραπέμπει στο φόνο της Δελφύνης και ο άλλος στο φόνο των Κυκλώπων. Και στις δυο περιπτώσεις πρόκειται για την εξιλέωση ενός φόνου. Αυτό σημαίνει αναντίρρητα, ότι ο Απόλλων πρέπει να "εξαγνισθεί", ότι πρέπει να χάσει τη θλιβερή του μορφή του φονιά, για να αποκτήσει το ακτινοβόλο πρόσωπο του Φοίβου, σύμφωνα με την αντίληψη που θα υπερισχύσει και θα γίνει κλασική, χωρίς τα σημάδια της προηγούμενης να μπορέσουν παρ' όλα αυτά να σβήσουν πραγματικά.
Οι δυο αιτιολογικοί μύθοι είναι εξ ίσου αξιοπρόσεκτοι, αλλά και ο ένας και ο άλλος αινιγματικοί. Δε βλέπουμε καθαρά, γιατί ο Απόλλωνας θα πρέπει να ξεπλύνει (εξαγνίσει) το φόνο της Δελφύνης ή του Πύθωνα, αν αληθεύει ότι επρόκειτο για κακοποιό ον. Αλλά ίσως ο Πύθωνας να ήταν κάτι άλλο και όχι ένα κακοποιό στοιχείο.
Στον άλλο μύθο, προκάλεσε άμεσα την οργή του Πατέρα των θεών, εξοντώνοντας με βέλη τους εργάτες του κεραυνου. Αλλά ήταν ο ίδιος ο Δίας που είχε ενοχοποιηθεί με τη βοήθεια του μέσου αυτού (του κεραυνού), για το φόνο του Ασκληπιού, του αγαπημένου γιου του Απόλλωνα. Ο Ασκληπιός είχε τιμωρηθεί εξ αιτίας των ευεργεσιών του. Σώζοντας από το θάνατο τον Ιππόλυτο, τον προστατευόμενο της Άρτεμης, είχε προκαλέσει το θυμό του ουράνιου Άρχοντα.
Ο Δίας είχε λοιπόν δράσει ενάντια στον Ασκληπιό, την ευεργετική θεότητα της ιατρικής, από ζήλεια απέναντι στους ανθρώπους, που εννοούσε να στερήσει, χωρίς εξαίρεση, από το δώρο της αθανασίας. Ο Απόλλωνας εξοντώνοντας τους Κύκλωπες ξαναπαίρνει το τρομερό του πρόσωπο, αλλά παραμένει ανθρώπινα συμπαθητικός. Βρίσκουμε λοιπόν μέσα σ' αυτούς τους μύθους, ακόμα κι όταν πρόκειται για μια εξιλέωση, τη φροντίδα τού να προφυλαχθεί, να μην εκτεθεί, το "φωτεινό' πρόσωπο του Απόλλωνα.
Αυτή η ίδια φροντίδα να αποκατασταθεί - κι αυτή τη φορά φιλοσοφικά - η μορφή του Απόλλωνα, ξαναβρίσκεται στον Κρατύλο του Πλάτωνα, με το σχήμα ενός αστεϊσμού ετυμολογικού, γεμάτου λογοπαίγνια, αλλά που δε στερείται σημασίας. Είδαμε, πως ο Σωκράτης αναγνώριζε, ότι το άλλο όνομα του Απόλλωνα (ο καταστροφέας) είχε για το λαό, όπως εκείνο του Άδη, μια τρομερή σημασία. Όμως καταλήγει έπειτα, πως οι αρμοδιότητες, που παραδοσιακά αποδίδονταν στο θεό, είναι τέσσερις: "η μουσική, η μαντεία, η ιατρική και η τέχνη της τοξοβολίας" .
Από αυτές τις τέσσερις αρμοδιότητες, τρεις τουλάχιστον είναι φανερά ευεργετικές. Αλλά τί γίνεται με την τελευταία και κυρίως με το ίδιο το όνομα του Απόλλωνα;
Ο Σωκράτης δεν είναι κατηγορηματικός όσον αφορά την τάση του τοξοβόλου (μια κι ήταν αυτή του φονιά). Ο φιλόσοφος περιορίζεται να υποδείξει, ότι γι’ αυτόν δε σημαίνει τίποτα άλλο, παρά την επιδεξιότητα του θεού που δεν αστοχεί ποτέ. Ο Απόλλωνας, που το βέλος του είναι πάντα έτοιμο (αεί βάλλων), δεν ανέχεται παρά μόνο τις άριστες βολές. Θα μπορούσε κανείς να απαντήσει, πως εκεί ήταν η ίδια η σημασία του ονόματος της Εκάτης, όπως και του αδελφού της Εκάτου, (εκατόβολος, αυτός που το τόξο του φθάνει μακριά), που δεν ήταν ιδιαίτερα καθησυχαστική.
Όσο για το όνομα του Απόλλωνα, χωρίς να αναμείξει το επίθετο Φοίβος, ο Σωκράτης το ερμηνεύει ξεκινώντας από το ρήμα "λούειν", που σημαίνει "πλένω". Ο Απόλλωνας είναι λοιπόν ο "λουων" ή ο "εξαγνιστής", πράγμα που του αποδίδει πάλι ευθέως την ιδιότητα του σαν θεός λυτρωτής. Αλλά βλέπουμε, πως ο ευφυής αυτός συσχετισμός διατηρεί το διφορούμενο χαρακτήρα του.
Ο λουων ή ο εξαγνίστης, μπορεί επίσης να είναι ο καταστροφέας, λόγω της εννοιολογικής συγγένειας του "λούειν" και του "απόλλυναι". Εν πάση περίπτωση, από το "λουειν" ξαναβρίσκουμε το "Λυσις", που έχει σαφώς την έννοια της καταστροφής. Αυτό που είναι φανερό, είναι πως ο Απόλλωνας, για να ασκήσει από κοινου τις άλλες του αρμοδιότητες μαζί μ' αυτές του φοβερού τοξότη, χρειάζεται ο ίδιος να "πλυθει", και σ' αυτή την αναγκαιότητα δίνει την προσοχή του ο Σωκράτης, επικουρούμενος και από τα λογοπαίγνια.
Η αντιστροφή της μορφής του Απόλλωνα, μπορεί να γίνει επίσης συμφωνα με μια μέθοδο λιγότερο λεπτή, από αυτή του ετυμολογικού λογοπαίγνιου. Έτσι ο εξολοθρευτής Απόλλων, όταν σπέρνει τις επιδημίες και γενικά τις άλλες θεομηνίες - και οι λειτουργίες του αυτές κατάλληλα πιστοποιημένες είναι αναμφισβήτητες - παίρνει την καθόλου λαμπρή μορφή ενός ποντικού ή ενός αρουραίου (Σμινθαίος). Πρέπει να εννοηθεί, ότι ο ποντικός είναι ο φυσικός αντίπαλος του φιδιού. Αλλά σ' αυτή την περίπτωση δε θα
ξέραμε πια ποιο είναι το ευεργετικό και ποιο το κακοποιό ζώο. Αυτό όμως δε μας ενδιαφέρει σχεδόν καθόλου. Ο Απόλλωνας - αρουραίος μπορεί να μετατραπεί σε Απόλλωνα -ποντικοθήρα. Αντί να διαδίδει τις επιδημίες, θα προστατεύει από αυτές, πράγμα που ταιριάζει καλύτερα σ'ένα μισθολογικό πρόσωπο της σειράς του. Με τον ίδιο τρόπο, ο λύκος Απόλλων θα μπορεί να μεταμορφωθεί σε Απόλλωνα κυνηγό λύκων.
Η μέθοδος (διαδικασία) μετατροπής των ιδιοτήτων του Απόλλωνα, για να γίνουν θετικές από αρνητικές που ήταν, είναι αυτή της πρωτόγονης ομοιοπαθητικής ιατρικής, που υπήρξε πράγματι εκείνη των Ασκληπιάδων. Το φάρμακο βρίσκεται μέσα στο ίδιο το κακό, μέσα από μια συνετή χρήση αυτού, που το προκαλεί. Έτσι διηγόντουσαν στην Επίδαυρο, πως η ιατρική του Ασκληπιού χρησιμοποιούσε το αίμα της Μέδουσας, που μπορούσε εξ ίσου καλά να θεραπεύει, όσο και να δηλητηριάζει, ανάλογα με το αν το έπαιρνε κανείς από την καλή ή από την κακή πλευρά.
Δεν είναι δεκτό χωρίς αντιρρήσεις, πως ο Απόλλωνας μπόρεσε να εδραιωθεί στις νέες του αρμοδιότητες, είτε βλέπουμε, είτε όχι, στις αντίστοιχες διηγήσεις την ηχώ ιστορικών καυγάδων. Είναι ο Απόλλων ο εφευρέτης της λυρας;
Ο συγγραφέας του ομηρικού ύμνου στον Ερμή δεν το παραδέχεται, παρ' όλο που δείχνεται συμβιβαστικός. Πρόκειται για το συγγραφέα, για ένα δώρο, που ο νέος του αδελφός έκανε στον Απόλλωνα, σαν αντιστάθμισμα για την κλοπή των βοδιών.
Αργότερα, σάτυροι, όπως ο Μαρσύας, που ο χαρακτήρας τους είναι ιδιαίτερα αγροτικός, θα προσπαθήσουν ακόμα να συναγωνισθούν τον Απόλλωνα στην τέχνη της μουσικής, αντιτάσσοντας στον θεό το χοντροκομμένο τους όργανο, το φλάουτο του Πανός. Θα τιμωρηθούν σκληρά, αλλά η ηχώ της απόπειρας τους θα παραμείνει. Αυτός είναι επίσης ο λόγος, για τον οποίο ο βασιλιάς Μίδας, έχοντας αρνηθεί να βραβεύσει τον Απόλλωνα σ' ένα διαγωνισμό τραγουδιού, θα αποκτήσει αυτιά γαϊδάρου.
Ο Απόλλωνας είναι που οδηγεί το χορό των Μουσών, αλλά αυτό σημαίνει αναμφίβολα πως τις έχει πειθαρχηθεί, μια και η καταγωγή τους δεν έχει να κάνει μ' αυτόν. Είναι οι κόρες του Δία και της θεάς Μνήμης, με την οποία ο Απόλλωνας δεν έχει βασική σχέση.
Υπάρχει κιόλας μια ιστορία αληθινών και ψεύτικων Μουσών, που πήραν μέρος σ' ένα διαγωνισμό τραγουδιού. Αυτή η ιστορία είναι παράλληλη με αυτή των μαχών μεταξύ Απόλλωνα και του μικρού λαου των σατύρων και των βοσκών. Αξιοπρόσεκτο είναι να διαπιστωθεί, πως οι ψεύτικες αυτές μούσες (οι Πιερίδες) προείπαν, σε ένα από τα τραγούδια τους, ότι ο Απόλλων δεν ήταν παρά ένα χυδαίο κοράκι.
Αλλά αυτές οι φτωχές μούσες από τη Θράκη που χαρακτηρίζουμε σαν "ψεύτικες", δεν ήταν οι πραγματικές κόρες της Μνήμης, ενώ είχαν σφετερισθεί την ιδιότητα των ακολούθων του Απόλλωνα. Πρέπει να σημειωθεί ακόμα, ότι δεν ήταν ο Απόλλων, που προσωπικά δίδαξε στο γιό του Ασκληπιό την τέχνη της ιατρικής, μα ο καλός Κένταυρος Χείρων, που υπήρξε επίσης ο παιδαγωγός του Αρισταίου, του άλλου γιου του θεού.
Βλέπουμε ακόμα, πως οι ιατρικές ικανότητες του Απόλλωνα αμφισβητήθηκαν από τον ετεροθαλή αδελφό του Ηρακλή, που απογοητευμένος επειδή δε γιατρεύτηκε από ένα τραύμα, έφθασε στο σημείο να δημιουργήσει σκάνδαλο μέσα στο Ναό των Δελφών, κλέβοντας τον περίφημο τρίποδα, που δεν επεστράφη, παρά ύστερα από προσωπική παρέμβαση του Δία.
Καλό θα είναι να θυμηθούμε, για να κατανοήσουμε αυτή την αντιζηλία, πως ο Ηρακλής υπήρξε κι ο ίδιος νικητής ενός δράκοντα ή ενός φιδιού. Αυτού, που φύλαγε τα χρυσά μήλα (τα φρούτα της αθανασίας) του κήπου των Εσπερίδων, κι ονομαζόταν Λάδων. Αυτός ο Λάδων ήταν ο γιος ή ο αδελφός τον φιδιού Εχίδνα, που ο πατέρας της Τυφων, που το όνομα συγγενεύει με αυτό του Καπνου, είχε νικηθεί από το Δία, όπως το φίδι των Δελφών από τον Απόλλωνα. Το δελφικό φίδι ονομαζόταν επίσης καμιά φορά Τυφών, κι όλα αυτά τα φιδόμορφα πρόσωπα, φύλακες θησαυρών, ανήκουν σίγουρα στην ίδια οικογένεια.
Είναι επίσης πιθανό να υπάρχει μια σχέση ανάμεσα στο όνομα του Απόλλωνα και σ' αυτό των μήλων, που φύλαγε το φίδι στο βιβλικό μύθο, όπως και στην ιστορία του Ηρακλή, αλλά αυτή η ετυμολογία θα συνδεόταν με την ρίζα "αβολ" ή "απυλ" (από όπου και η αγγλική λέξη "apple" και η γερμανική "apfel") είναι πολύ λιγότερο προφανής από εκείνη του καταστροφέα.
Εν πάση περίπτωση, τα μήλα διατηρούν τη διφορούμενη τους σημασία μια και μπορούν εξ ίσου καλά να είναι φρούτα δηλητηριασμένα όσο και φρούτα θεραπευτικά ή που διατηρούν την αθανασία. Αυτό βλέπουμε στο μύθο του Τιτυού, του αντιπάλου της μητέρας του Απόλλωνα, που ξεγελάσθηκε από τις Εσπερίδες, που του έδωσαν φρούτα, που δεν διαρκούσαν παρά μια μέρα, αντί για τα φρούτα της αθανασίας.

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2008

Το φίδι-Πύθωνας και ο Απόλλωνας

Σε ορισμένες διηγήσεις υπάρχουν δυο φίδια, το ένα αρσενικό και το άλλο θηλυκό, αλλά μιλάνε για το θάνατο μόνο του ενός από τα δυο και δε λένε αν το άλλο έπαψε να υπάρχει. Δεν πρέπει λοιπόν να εκπλήσσει το γεγονός, ότι ξαναβρίσκουμε τη δυαδικότητα των λειτουργιών του Απόλλωνα μέσα ο' εκείνη του ίδιου του φιδιού. Υπάρχουν δυο όψεις του φιδιού, η μια ευμενής και η άλλη δυσμενής. Αυτό είναι που εξηγεί την αιτία, για την οποία το φίδι επιζεί τουλάχιστον στην ευμενή του λειτουργία, συνδεόμενο όχι μόνο με τη μορφή του Απόλλωνα, αλλά και μ' εκείνη του γιου του Ασκληπιού, του κατ'εξοχήν θεραπευτή θεού. Κατά τον ίδιο τρόπο, παρά την απαγόρευση των αγαλμάτων και τον κακοποιό ρόλο που αποδιδόταν στο πονηρό ζώο από τη διήγηση της Γέννεσης, ο Μωυσής δε φοβήθηκε να στήσει το άγαλμα ενός φιδιού, που οι αρχαίοι Εβραίοι εεπικαλούντο σαν θεραπευτή και σαν λυτρωτή μέχρι τη σχετικά μεταγενέστερη εποχή, οπότε το σύμβολο αυτό καταστράφηκε.
Το φίδι στη μυθική του μορφή, ήταν ιδιαίτερα ικανό να παίζει αυτούς τους εναλλασσόμενους ρόλους. Δεν είχε επέμβει σαν άρπαγας αθανασίας, παρά μόνο εξ αιτίας των διαδοχικών αποδερματώσεων, που φαίνονταν να παρέχουν καταχρηστικά οτο αντίστοιχο ζώο ένα προνόμιο φυλαγμένο κυρίως για τον άνθρωπο. Βλέπουμε λοιπόν, πως το φίδι μπορούσε να είναι διαδοχικά σύμβολο αθανασίας και θανάτου. Αυτές οι αποδερματώσεις εξ άλλου του φιδιού είναι που του επέτρεπαν να συμβολίζει επίσης τις φάσεις της σελήνης, καθεμιά με τη σειρά της, τη χάση και το γέμισμα της. Πρέπει να παρατηρήσουμε εν προκειμένου έναν κάποιο σεληνιακό συμβολισμό στη σύλληψη του ίδιου του Απόλλωνα, στον οποίο ήταν αφιερωμένος ο αριθμός επτά και που γι' αυτό το λόγο ονομαζόταν κάποτε "θεός της εβδόμης μέρας" (εβδομαγέτης).
Η δυαδικότητα των όψεων του Απόλλωνα ξανασυναντάτε ακόμα στη δυαδικότητα των βασικών τόπων της λατρείας του. Είναι ο Απόλλωνας, δηλαδή ο φονιάς ή ο καταστροφέας, που τιμούσαν στους Δελφούς, ενώ το νησί της Δήλου ήταν η εκλεκτή γη του Φοίβου του Φωτοβόλου. Αλλά αυτό δε σημαίνει καθόλου, ότι ο Απόλλωνας και ο Φοίβος είχαν ποτέ νοηθεί σαν ανεξάρτητες θεότητες. Πρόκειται απλά για τις δυο όψεις ενός ίδιου θεού.
Θα παρατηρήσουμε ακόμα, ότι το ιερό των Δελφών βρίσκεται γεωγραφικά δυτικά της Δήλου, άρα η δυτική πλευρά είναι πάντα εκείνη της γης των νεκρών. Όταν ο Φοίβος ταξιδεύει προς τους Δελφούς για να ασκήσει εκεί τα καθήκοντα του ως Απόλλων, κατεβαίνει βαθιά στον Άδη, μπαίνει στη σκοτεινή σπηλιά, κι αυτό για να νικήσει το φίδι που έχει εκεί την κρυψώνα του. Γνώριζαν επίσης στους Δελφούς και γιόρταζαν κάθε χρόνο, ένα άλλο ταξίδι του Απόλλωνα, που κατέβαινε σαν υπερβόρειος από το Βορρά προς το Νότο πάνω σ' ένα αμάξι, το οποίο έσερναν κύκνοι. Ήταν η διαδρομή που είχε κάνει ήδη η μητέρα του τότε, που την καταδίωκε το φίδι. Είναι πιθανό, ότι η συμπληρωματικότητα του Απόλλωνα και του Διονύσου, που αντικαθιστούσε το νεότερο αδελφό τον στους Δελφούς για τους τρεις μήνες του χειμώνα, κατέληξε να εξαλείψει τη δυαδικότητα που υπήρχε στη μορφή του ίδιου του Απόλλωνα.
Το φίδι της Γέννεσης ονομάζεται επίσης Δράκος στο βιβλίο της Αποκαλύψεως, όπου παρουσιάζεται σαν εχθρός της ουράνιας γυναίκας, που πρέπει να γεννήσει ένα θεϊκό γιό. Κατά τον ίδιο τρόπο η αντίπαλος της Λητούς είναι καμιά φορά μια δράκαινα που ονομάζεται Δελφύνη.
Το όνομα του φιδιού, είτε πρόκειται για τον Δελφυνο, είτε για την Δελφύνη, παραμένει στενά συνδεδεμένο μ' εκείνο της πόλης των Δελφών.
Όταν είναι Πύθωνας, είναι από το όνομα του Πύθου, που ήταν ειδικότερα ο βράχος στη βρωμερή σπηλιά που βρίσκεται στην ίδια πόλη. Η σύνδεση του φιδιού ή του δράκοντα με τη σπηλιά, στην οποία θεωρείται ότι έμενε και της οποίας υποτίθεται πως φύλαγε τα πλούτη, είναι μια σταθερά της μυθικής μορφολογίας.
Είναι εξ άλλου σε ετυμολογική σχέση με το φίδι των Δελφών, το ότι συμβαίνει στον Απόλλωνα να εμφανίζεται με τη μορφή ενός θαλάσσιου ζώου, του «δελφινιού», όπως στο δεύτερο μέρος του ομηρικού ύμνου, όπου βλέπει κανείς το θεό να φθάνει στο λιμάνι της μελλοντικής του κατοικίας, οδηγώντας το καράβι των ιερέων του, που κι αυτοί είχαν έρθει από την Κρήτη. Το δελφίνι, που είναι ένα είδος θαλάσσιου φιδιού, είναι λοιπόν μια ευεργετική μορφή, όπως μπορεί να δει κανείς ακόμα στην ιστορία του Αρίωνα, που φαίνεται να είναι ένα είδος αντιγράφου του Απόλλωνα.
Παρατηρούμε ακόμα εδώ, ότι υπάρχει ένα κακό φίδι, που φυλάει τους θησαυρούς της γης και ένα καλό φίδι, αυτό της θάλασσας, που ο Χριστιανισμός θα ταυτίσει με το λυτρωτή Ιχθύ. Όσο για το όνομα της πόλης των Δελφών, υποδεικνύει - προσδιορίζει σε τελευταία ανάλυση - τη ρίζα δελφ, που μπορούμε να αναγάγουμε εξ ίσου στη γη ή στη θάλασσα.
Στην Αποκάλυψη της Πάτμου εν τούτοις, το θηρίο της γης κι εκείνο της θάλασσας, θα είναι εξ ίσου κακοποιό, εξ αιτίας της προκατάληψης που είχαν οι Εβραίοι ενάντια σε κάθε τι θαλασσινό, προκατάληψη που δεν υπήρχε σίγουρα στους Έλληνες, οι οποίοι αναγνώριζαν στον Ωκεανό και στη Θέτιδα τη λειτουργία της "καταγωγής". Αυτό άλλωστε επιτρέπει να υποθέσουμε, ότι η αναπαράσταση του Χριστού σαν Ιχθύ -Λυτρωτή, δεν ήταν εβραϊκής πηγής. Υπάρχουν αναμφίβολα ακόμα μερικές συγγένειες μεταξύ του φιδιού των Δελφών κι εκείνου της Αθήνας (Εριχθόνιος), που απεικονιζόταν συντροφιά με την Αθηνά και υπήρξε το αντικείμενο της νοσηρής περιέργειας των θυγατέρων του Κέκροπα. Αλλά αυτή η ιστορία δε σχετίζεται άμεσα με την ιστορία του Απόλλωνα, εκτός από κάποιες αναλογικές απηχήσεις. Το φίδι της Αθήνας ήταν πάντως ένα ζώο ή ένα παιδί της Γης. Συνέβη για την ακρίβεια στον δελφικό Πύθωνα να ταυτιστεί με τον αιγυπτιακό Τυφώνα (ή μ' εκείνον της Θεογονίας του Ησίοδου), όταν ήθελαν να επιμείνουν πάνω στην κακοποιό του σημασία.

Ο Φοίβος

Υπάρχει και ένας αντίλογος, που ως τώρα κρατήσαμε επίτηδες παράμερα, προκειμένου να φανεί καλύτερα η σκοτεινή πλευρά της μορφής του Απόλλωνα. Εξυπακούεται, ότι το κλασικό πρόσωπο του θεού του φωτός δε "δρα" καθόλου.
Οι δυο όψεις παρά είναι αντιθετικές για να μην είναι συμπληρωματικές. Αν αρχικά επιμείναμε πάνω στον μαύρο Απόλλωνα, είναι γιατί ξεκινώντας από τη λαμπερή εμφάνιση, οι παρ' όλα αυτά αναμφισβήτητες λειτουργίες του καταστροφέα δε θα μπορούσαν καθόλου να γίνουν κατανοη¬τές, ενώ το αντίθετο διάβημα είναι δυνατό και επιτρέπει να καθορίσουμε τη φύση αυτού του φωτός, που θα συνεχίσουμε να χαρακτηρίζουμε μαύρο.
Έτσι και στα εγχειρήματα της Αλχημείας, που ακολουθούν μια τάξη σύμφωνη με το αρχαίο πνεύμα της μυθολογίας, το μαύρο χρώμα του λίθου προηγείται του άσπρου χρώματος του. Η ακτίνα του φωτός διαπερνά τα πυκνά σκοτάδια.
Ο Απόλλωνας μπορεί να «λευκανθεί». Κάτω από τη νέα αυτή όψη, χωρίς να χάνει τον παλιό του χαρακτηρισμό, δέχεται συμπληρωματικά ένα επίθετο: Φοίβος, δηλαδή ο φωτεινός, ο καθαρός, ο δυνατός.
Αυτή η ονομασία δεν είναι τυχαία, αφού πρόκειται για ένα όνομα οικογενειακό, που ο θεός οφείλει, αν όχι στη μητέρα του Λητώ, τουλάχιστον στη γιαγιά του, που λεγόταν ήδη Φοίβη, ονομασία που συχνά παίρνει η Άρτεμης για λογαριασμό της.
Δε θα επιμείνουμε πάνω στο όνομα της ίδιας της Λυτούς μια και φαίνεται, ότι επρόκειτο για μια παρανόηση αρκετά μεταγενέστερη, που συνέτεινε στο να ερμηνευθεί με την έννοια μιας θεότητας της νύχτας (Λατόνη: αυτή που κρύβεται), ενώ ο Ησίοδος την αποκαλεί αντίθετα "Η Λητώ με το μπλε πέπλο, πάντα χαριτωμένη, γλυκεία για τους ανθρώπους και για τους αθάνατους θεούς, αξιαγάπητη από τη γέννηοή της, που έφερε την ειρήνη στον Όλυμπο". Και ο Πλάτωνας αναφέρεται στην ευγενική της φύση, αντί να παραπέμψει γι' αυτό στη σκοτεινή Λήθη.
Άρα λοιπόν, οι περιστάσεις της γέννησης του Απόλλωνα και της Άρτεμης μπορούν να ξαναερμηνευθούν μέσα σε μια προοπτική "λαμπερή', όπως το υποδηλώνει το ίδιο το όνομα της Δήλου, του "νησιού που φεγγοβολά μακριά σαν ένα αστέρι της σκοτεινής γης".
Η μαύρη πλευρά του πράγματος ισχύει ακόμα για τους ποιητές, αφού η φτωχή ερωμένη του Δία, καταδιωγμένη από διάφορα τέρατα, που ανάμεσα τους το φίδι Πύθωνας ξεχωρίζει ιδιαίτερα στο τέλος, δε βρίσκει άσυλο παρά σ' αυτή τη γη, που χωρίς αμφιβολία δεν ήταν αρχικά παρά ένα φτωχό νησάκι, όπου κατοικούσαν τα πουλιά (σύμφωνα με ορισμένες εκδοχές επρόκειτο για την Ορτυγία, το νησί με τα ορτύκια) και χρειάζεται να υποστεί την αγωνία ενός τρομακτικού τοκετού, χωρίς τη βοήθεια της Ειλειθυίας, που δεν επεμβαίνει, παρά την εβδόμη μέρα. Αλλά μόλις εμφανίζεται ο Απόλλωνας τα πάντα αλλάζουν.
Το φτωχό νησί των ορτυκιών φωτίζεται και λάμπει σαν χρυσός. Το ίδιο το φίδι, ο Πύθωνας, ξαποστέλνεται από τον Απόλλωνα, που αποδεικνύοντας τη μοναδική πρόωρη ανάπτυξη που είναι χαρακτηριστική στα θεϊκά παιδιά, μόλις γεννημένος, τρυπάει το τέρας με τα βέλη του (Ομηρικός ύμνος στον Απόλλωνα).
Το σύμβολο του φιδιού αξίζει αναμφίβολα μια ιδιαίτερη θεώρηση εξ αιτίας της αντιφατικότητας του. Στο βιβλίο της Γέννησης, όπως και σε άλλες διηγήσεις, το φίδι εμφανίζεται σαν ένας άρπαγας της αθανασίας, αφού μέσα απ' αυτό εισέβαλε ο θάνατος στον κόσμο. Μπορούμε να φανταστούμε μια αιτία, παρόμοια με τη σταθερή σύνδεση του Απόλλωνα του Καταστροφέα με το δελφικό φίδι, αλλά ο Δήλειος Απόλλωνας, που είναι καθαρά Φοίβος, είναι ο φονιάς του φιδιού και εμφανίζεται έτσι σαν ο φονιάς του θανάτου ή ο εξολοθρευτής της καταστροφής.
Βλέπουμε έτσι πως επιχειρείται η αντιστροφή της μαύρης μορφής σε άσπρη μορφή,χωρίς η προηγούμενη να καταργείται. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Απόλλωνας έχει αντικατασταθεί από τον Φοίβο. Είναι μια πραγματική άρνηση της άρνησης, που επιτρέπει να "βάλουμε στην άκρη" τη μαύρη μορφή, χωρίς να την καταργήσουμε πραγματικά.

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2008

Μαύρου Απόλλωνα συνέχεια...

Ο λύκος Απόλλωνας σχετίζεται αναμφίβολα με το τσακάλι Ανούβη, που ασκούσε στην Αίγυ­πτο το λειτούργημα του νεκροπομπού. Υπάρχει λοιπόν μια ολόκληρη πλευρά νεκρώσιμη, νυχτερινή ή αρνητική του Απόλλωνα, που διευκολύνει πάρα πολύ τη συστηματική συγκέντρωση ε­νός συνόλου λεπτομερειών διαφορετικά διασκο­ρπισμένων. Έτσι λοιπόν δεν μπορούμε να πιστέ­ψουμε, πως η όψη αυτή του Απόλλωνα είναι τυ­χαία.
Μπορούμε να την αναλύσουμε, να την εξηγή­σουμε, ξεκινώντας από την αιώνια εικόνα του ή­λιου, όπως τη δέχονταν οι μυθολόγοι της σχο­λής, που μια φυσικότητα αρκετά περιορισμένη καταδίκαζε στο να μην εξετάζουν παρά τις "ου­ράνιες" πλευρές των αρχαίων θεοτήτων. Χωρίς αμφιβολία, ο ήλιος μπορεί να είναι φονικός ή κα­ταστρεπτικός και η έκθεση στις ακτίνες του ε­πισπεύδει τη σήψη των πτωμάτων. Μήπως τα βέ­λη του Απόλλωνα ήταν οι ακτίνες του ήλιου; .
Αυτό δυσκολευόμαστε να το πιστέψουμε, μια και τα βέλη της Άρτεμης, στην οποία οι ίδιοι "ουράνιοι" μυθολόγοι είδαν ένα σύμβολο της Σε­λήνης, δεν είναι λιγότερο φονικά από εκείνα του Απόλλωνα.
Εν τούτοις οι ακτίνες του φεγγαριού δεν έχουν τα ίδια φυσικά αποτελέσματα με εκεί­να του ήλιου. Από την άλλη μεριά, αν τα βέλη του Απόλλωνα ήταν ακτίνες του ήλιου, θα έπρε­πε να είναι χρυσά βέλη.
Όμως ξέρουμε από τον Όμηρο, πως το τόξο του Απόλλωνα δεν είναι χρυσό, αλλά ασημένιο. Είναι ο "αργυρότοξος". Α­πό πού προέρχεται αυτή η ωχρότητα μάλλον, πα­ρά η υποτιθέμενη λάμψη;
Αν δε φοβόμαστε να τραβήξουμε πολύ μακριά την εικασία θα μπο­ρούσαμε να δεχθούμε, ότι αυτό το χρώ­μα, είναι εκείνο των λεπιδίων ή των α­σημένιων δακρύων, που βλέπουμε ακόμα να στο­λίζουν σε μαύρο φόντο τα νεκρικά σκηνώματα.
Η πρωτόγονη μορφή του Απόλλωνα δε θα έπρεπε, αναμφίβολα, να αποχωρίζεται ποτέ από τη μορφή της Άρτεμης. Ο Απόλλων και η Άρτεμης ή ακριβέστερα η Άρτεμης και ο Απόλλων, μια και η κόρη της Λητως παρουσιάσθηκε πρώτη, σχη­ματίζουν ένα ζευγάρι θεϊκών διδύμων, που θα αποπειρόταν κανείς να ερμηνέψει σαν εκείνο της συζύγου και του συζύγου, αν ο τρομερός θεός μπορούσε να έχει ένα δεσμό σταθερό κι αν η ά­γρια θεά δεν υπεράσπιζε τόσο ενεργητικά την αγνότητα της.
Είναι εξ άλλου πιθανό, τα πρά­γματα να είναι ως εξής.
Υποψιαζόμαστε, ότι η νύμφη Κυρήνη, η μόνη που έδωσε στον Απόλλω­να ένα γιό με συνθήκες λίγο πιο ομαλές, ήταν μια άλλη μορφή της Άρτεμης, από την οποία κρα­τά ορισμένες δικαιοδοσίες, κυρίως αυτή του να είναι μια θεότητα του κυνηγιού. Η Άρτεμης, που φορά το τόξο και τη φαρέτρα όπως ο αδελφός της, παρουσιάζει ένα χαρακτήρα ακόμα πιο ξεκάθα­ρα καταχθόνιο, γιατί τη συνοδεύει ένα κοπάδι κυνηγετικών σκυλιών, ενώ περιπλανιέται αδιά­κοπα στα βαθιά δάση σε καταδίωξη των θυμά­των της.
Αλλά ενώ ο Απόλλωνας καταδιώκει τις παρθένες, αυτή προστατεύει αυστηρά την προ­σωπική της αγνότητα, όπως το αποδεικνύει η τι­μωρία του Ακταίωνα και των συντρόφων του, που φαίνεται στην ιστορία της Καλλιστούς.
Η α­γνότητά της της δίνει τη φήμη ότι είναι αρτιμε­λής (Άρτεμης), "ολόκληρη' και η ελάχιστη εγκα­ρδιότητα της απέναντι στους άνδρες ότι είναι μια "αρκούδα" (άρκτεμις, από την άρκτο). Εμφα­νίζεται μ' αυτή την έννοια σαν μια αντεστραμμέ­νη εικόνα του αδελφού της, με την αδηφάγο φλό­γα, αλλά εκεί έγκειται ο δικός της τρόπος να γί­νεται η ίδια εχθρός της ζωής της, παρ' όλο το συμπληρωματικό ρόλο που παίζει στους τοκε­τούς, σε ανάμνηση της βοήθειας που πρέπει να έδωσε στη Λητώ.
Όταν η Άρτεμης ταυτίζεται με την καταχθό­νια Εκάτη, ο ίδιος ο Απόλλωνας ονομάζεται Εκατος. Γνωρίζουμε τέλος, ότι η σύγκριση της Άρ­τεμης με τη Σελήνη
(στην οποία αναφέρεται κα­θαρά η ιστορία του Ενδυμίωνα),
είναι αντίστοι­χη μ' εκείνη του Απόλλωνα με τον Ήλιο. Αυτή η θεά που μπορεί να ερωτευθεί, ελλείψει καλυτέ­ρου, έναν ωραίο νέο, ενώ αυτός κοιμάται και φαί­νεται σαν νεκρός, δεν είναι ποτέ μητέρα.
Η Άρ­τεμης της Εφέσου, που αναπαρίσταται σε μια ει­κόνα με πολλούς μαστούς, είναι άραγε η ίδια με την αδελφή του Απόλλωνα; Η πρωτογενής σημα­σία του ζεύγους παραμένει σκοτεινή και αν υ­πάρχει μια μορφή από το ινδικό Πάνθεον με την οποία θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε το πρόσω­πο του Απόλλωνα, είναι εκείνη του Σίβα, του τρίτου προσώπου της Τριμούρτι, του αφιερωμένου στην καταστροφή.

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2008

Οι ερωτες του Μαυρου Απολλωνα

Γνωρίζουμε, ότι ο Απόλλωνας δεν είχε κανονική σύζυγο. Αλλά οι φευγαλέοι έρωτες του θεού είναι σχεδόν πάντα τραγικοί και πένθιμοι, όπως το δείχνουν οι πάμπολλες ιστορίες, που περιγράφονται λεπτομερώς από τον Οβίδιο στις Μεταμορφώσεις. Ήταν επικίνδυνο τόσο για τις νέες κοπέλες, όσο και για τους νέους, μια και ο θεός δεν περιφρονούσε ούτε τις μεν, ούτε τους δε, να αγαπηθούν από τον Απόλλωνα.
Ας δούμε πρώτα την αρκετά μπερδεμένη ιστορία της γέννησης του Ασκληπιού, του αγαπημένου γιου του Απόλλωνα, που έγινε ο μεγάλος θεός της ιατρικής.
Ο Ασκληπιός είναι γιος του Απόλλωνα και της νύμφης Κορωνίδας, που φονεύθηκε από τον εραστή της σε μια έκρηξη ζήλειας, όταν ήταν ακόμα έγκυος. Ο θεός κατάφερε, παρ' όλα αυτά, να σώσει το γιό του. Άρα τί είναι η Κορωνίς; Το όνομα θυμίζει εκείνο της κορώνης (πουλί), που κι αυτό σχετίζεται με το όνομα του κόρακα (η ρίζα θυμίζει το γυριστό ράμφος). Η κορώνη και το κοράκι επεμβαίνουν πράγματι στην ιστορία της Κορωνίδας, όπως αυτή εξιστορείται από τον Οβίδιο (Μεταμ. II, 4). Η κορώνη ήταν που ανακάλυψε την απιστία της Κορωνίδας και το κοράκι, στο οποίο διηγήθηκε το γεγονός, πήγε να το αναφέρει στον Απόλλωνα. Αυτή είναι και η αιτία, για την οποία το κοράκι από άσπρο που ήταν, έγινε μαύρο, αφού ο Απόλλωνας, που μετά μετάνιωσε για το φόνο της Κορωνίδας, το τιμώρησε με τον τρόπο αυτό. Η κορώνη, όπως και το κοράκι, κι αυτή πουλί που μιλάει, έχει τη φήμη της πολυλογούς. Αλλά κυρίως δεν αγνοεί, πως το κοράκι τρώει ψοφίμια ζώων κι όλη αυτή η υπόθεση κακολογίας τελειώνει τραγικά. Οι αρχαίοι (και συχνά και οι νεότεροι) δεν ξεχώριζαν το κοράκι από τη μικρότερη του κορώνη, αλλά επειδή είχαν το ίδιο μαύρο χρώμα είναι πιθανό να τη θεωρούσαν θηλυκό του κορακιού. Θα μπορούσαμε λοιπόν να υποθέσουμε, για να συμπτύξουμε την ιστορία, πως το πένθιμο κοράκι είναι ο ίδιος ο Απόλλωνας, που φέρνει ατυχία στην κορώνη του Κορωνίδα. Αυτό που μπορεί να επιβεβαιώσει μια τέτοια ερμηνεία εκτός από τη μαρτυρία του Πλούταρχου, σύμφωνα με την οποία το κοράκι ήταν αφιερωμένο στον Απόλλωνα είναι, πως φεύγοντας οι θεοί στην Αίγυπτο, κατά τον Οβίδιο, ο θεός του φωτός διάλεξε πράγματι να μεταμορφωθεί σε κοράκι (Μεταμ. V - 5).
Γνωρίζουμε το ρόλο, που συνέχισε να παίζει το κοράκι στο συμβολισμό των αλχημιστών, πρσδιορίζοντας τη μαύρη λίθο. Είναι εξ' άλλου αξιοπρόσεκτο να διαπιστώσει κανείς, πως στο τελευταίο βιβλίο της ινδικής εποποιίας Ραμαγιάνα, όταν οι θεοί εξαφανίζονται μπροστά στους δαίμονες, όπως στο μύθο του Οβίδιου, είναι ο Γιάμα, ο θεός του θανάτου, που μεταμορφώνεται σε κοράκι. Τέλος, ο εραστής της Κορωνίδας, που προξένησε την οργή του Απόλλωνα, είναι ο Ισχύς ή το πάντα πράσινο έλατο, που το όνομα του, όπως και η όψη του, θυμίζει τη δύναμη ή τη ρώμη. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε, πως επειδή ο Απόλλωνας είναι ο θεός του θανάτου, είναι και ο εχθρός αυτού του δένδρου, που μοιάζει να τον αψηφά, αλλά και που στις μέρες μας ακόμα εξακολουθεί να έχει σχέση με το φέρετρο.
Πηγαίνοντας προς τη μεριά της ζωής, η κορώνη απάτησε το κοράκι της, αλλά αυτό το είδος της απιστίας θα σχετισθεί με τη γέννηση του Ασκληπιού, του θεράποντα θεού, είτε αυτός είναι, είτε όχι, γέννημα των έργων του θεού του θανάτου. Η μια τουλάχιστον από τις δυο Κορωνίδες, αυτή που είναι η κορώνη, παραμένει στον Οβίδιο μια καλόγρια. Βλέπουμε ακόμα να ξαναεμφανίζεται αυτή η Κορωνίς μεταμφιεσμένη σε κορώνη και όπως η προηγούμενη, είναι κι αυτή ένοχη αδιακρισίας σε μια άλλη ιστορία, που δε φαίνεται να σχετίζεται άμεσα με τον Απόλλωνα, μα που διατηρεί μια έμμεση σχέση μ' εκείνη του θεοί, αφού γίνεται εκεί λόγος για την ταυτόχρονη γέννηση ενός φιδιού με τη γέννηση ενός παιδιού (Οβίδιος , Μεταμ. ΙΙ - 4).
Αυτός ο τελευταίος μύθος υπονοεί επίσης την αντιζηλία που έχουν τα κοράκια με τις κουκουβάγιες, που αποτελεί ένα σημαντικό επεισόδιο στο ινδικό έπος Μάχα - Μπαράτα. Εκεί δημιουργεί την υποψία, πως το κοράκι του Απόλλωνα, προφήτης κακών οιωνών, ήταν σε αντίθεση με τη σοφή κουκουβάγια της Αθηνάς, που το βλέμμα της διαπερνά τα σκοτάδια, αν και αυτή η αντίθεση υπήρχε πάντα στο μυαλό των Ελλήνων. Η Κασσάνδρα, προφήτης της δυστυχίας, αποκαλείται ακόμα και στον Όμηρο "ιέρεια του Απόλλωνος" και γνωρίζουμε πως ακόμα και σήμερα, στην τρέχουσα γλώσσα, σημαίνει το κοράκι που σπέρνει εδώ κι εκεί κακολογίες ή άσχημα νέα, όπως η αρχαία Κορωνίς.
Η ίδια πένθιμη νότα αντηχεί στη λιγότερο περίπλοκη ιστορία του Υάκινθου, του ωραίου έφηβου που σκοτώθηκε από τον θεό κατά λάθος, όταν έριχνε μαζί του το δίσκο (μερικοί λέγουν, πως κι εδώ πρόκειται για μια υπόθεση ζήλειας και πως ο θάνατος του Υάκινθου προξενήθηκε από το σπρώξιμο ενός κακού άνεμου, του Ζέφυρου. Κατά τον Οβίδιο (Μεταμ. Χ - 4), από το αίμα του Υάκινθου γεννήθηκε ένα άγριο λουλούδι, που είχε στα πέταλα του γραμμένη τη συλλαβή Αϊ (αλίμονο). Αυτό το λουλούδι, σύμφωνα με τον λατίνο ποιητή, είχε κόκκινο χρώμα, αλλά γνωρίζουμε από το ίδιο το όνομα του Υάκινθου, ότι πρόκειται για τον άγριο υάκινθο, που έχει στην πραγματικότητα ένα μπλε - βιολετί χρώμα, όπως το βρίσκουμε ακόμα στα δάση. Σύμφωνα με το ελληνικό λεξικό του Chassang, στη λέξη υάκινθος, ο όρος προσδιόριζε για τους αρχαίους το μπλε ή το βιολετί χρώμα. Γνωρίζουμε, πως το βιολετί παρέμεινε το χρώμα του πένθους ή της ελεγείας. Ο Λουδοβίκος ο 14ος συνήθιζε να φορά βιολετί πένθος. Η ιστορία του Υάκινθου, όπως τη διηγείται ο Οβίδιος, ίσως δεν είναι πολύ παλιά, αλλά οι λατρευτικές γιορτές του Απόλλωνα, τα λεγόμενα Υακίνθια, είχαν από παλιά μια ιδιαίτερη σημασία στη Λακωνία, όπου γιορτάζονταν κάθε χρόνο. Γνωρίζουμε τέλος, πως το ηλιοτρόπιο, φυτό που οι αρχαίοι αφιέρωναν επίσης στον Απόλλωνα, στη μνήμη της Κλυτίας, που την είχε μεταμορφώσει έτσι ο θεός, βγάζει ένα λουλούδι με ένα μπλε - βιολετί χρώμα, πιο σκουρο ακόμα από το λουλούδι του υάκινθου. Αυτή η μεταμόρφωση ήταν μια τιμωρία. Το γεγονός, πως το ηλιοτρόπιο γυρίζει προς τον ήλιο, είναι για να ξεφύγει από τις ακτίνες του παρατηρώντας συνέχεια τη διεύθυνση τους. Ο Οβίδιος, που αναφέρει την ιστορία της Κλυτίας (Μεταμ.ΐν-6), συγχέει το ηλιοτρόπιο με το χρυσάνθεμο, όπως είχε ήδη μπερδέψει τον υάκινθο μ' ένα κόκκινο λουλούδι.
Ακόμα περισσότερο επιτάφιο κι από τον υάκινθο είναι το κυπαρίσσι, δένδρο που φυτεύουμε ακόμα στις μέρες μας στα νεκροταφεία. Η ιστορία του κυπαρισσιού είναι στενά συνδεδεμένη μ' εκείνη του Απόλλωνα.
Πρόκειται για έναν ωραίο νέο άνδρα, που ονομάζεται Κυπάρισσος, τον οποίο ο θεός μεταμόρφωσε σ' αυτό το δένδρο (Οβίδιος, Μεταμ. Χ-2). Αυτός ο νέος φαίνεται να 'ναι ένα αντίγραφο του ίδιου του Απόλλωνα, αφού είχε σκοτώσει, χωρίς να το θέλει, ότι είχε ακριβότερο. Ένα ελάφι.
Το κυπαρίσσι οφείλει την ιδιότητα του σαν επιτάφιο δένδρο στο φύλλωμα του, πράσινο πάντα, αλλά που σκουραίνει τόσο πολύ, ώστε να φαίνεται μαύρο. Συμβολίζει λοιπόν την αιωνία λύπη, σαν εκείνη του Κυπαρίσσου μετά το θάνατο του ελαφιού του, ή του Απόλλωνα μετά το θάνατο του Υάκινθου. Το πάντα πράσινο φύλλωμα του κυπαρισσιού, μας μαθαίνει αναμφίβολα την πραγματική σημασία που αποδίδεται στη δάφνη του Απόλλωνα, η οποία έγινε το σύμβολο της στρατιωτικής δόξας, αλλά που προηγουμένως Φα πρέπει να είχε την αξία ενός επιταφίου συμβόλου. Ξέρουμε, πως η δάφνη συνδέεται με τον Απόλλωνα εξ αιτίας της ιστορίας της Δάφνης, που υπήρξε ένας από τους κακότυχους έρωτες του θεού και που χρειάσθηκε να καταφύγει κάτω από τη γη, για να γλυτώσει από την καταδίωξη του (Οβ 1-7).
Ο Απόλλωνας φορούσε τη δάφνη, της οποίας γνωρίζουμε το ρόλο, μέσα στο ιερό των Δελφών στη μνήμη της Δάφνης, δηλαδή σε ένδειξη λύπης.
Απ’ όλες αυτές τις ιστορίες, που μας οδηγούν από το σκοτάδι προς το ακόμα τρεμάμενο φως, περνώντας από το μαύρο στο πράσινο, με ενδιάμεσο το μπλε και το βιολετί, μοιάζει να προκύπτει, πως το συχνότερο είναι ο Απόλλωνας να αγαπά, ενώ δεν τον αγαπούν. Άρα ο θεός, που ο έρωτας του δε βρίσκει ανταπόκριση ποτέ, αποτελεί ένα σύμβολο του θανάτου.
Οι έρωτες του Απόλλωνα, πάντα κρυφοί, δεν είναι παρ' όλα αυτά πάντα τόσο κακότυχοι, αλλά διατηρούν κάτι το τρομερό. Έτσι στην ιστορία της Δρυόπης, της νύμφης της βαλανιδιάς, ο θεός μεταμορφώνεται σε χελώνα, για να σαγηνέψει τη νέα κοπέλα κι όταν η Δρυόπη την παίρνει στην αγκαλιά της, τότε αυτή μεταμορφώνεται σε φίδι (Οβίδιος, Μεταμ. ΙΧ-6).
Η ιστορία της γέννησης του Αρισταίου, που έγινε όπως ο Ασκληπιός, ο άλλος γιος του Απόλλωνα, μια αγαθοεργός ευεργετική θεότητα, είναι η λιγότερο πένθιμη απ' όλες. Μαθαίνουμε εν τούτοις, πως ο θεός είχε μεταμορφωθεί σε λύκο για να γοητέψει τη μέλλουσα μητέρα, τη νύμφη Κυρήνη, ενώ ο Αρισταίος θα συνεχίσει τις κακές συνήθειες του πατέρα του κυνηγώντας νέες κοπέλες και θα είναι έτσι υπεύθυνος για το θάνατο της Ευρυδίκης. Αυτή η σύνδεση του Απόλλωνα με τη μορφή του σαρκοβόρου ζώου σίγουρα δεν είναι τυχαία, μια και την ξαναβρίσκουμε σε πολλούς άλλους επίλογους της ιστορίας του θεού και ιδιαίτερα σ' αυτόν της ίδιας της γέννησης του. Έλεγαν, πως η μητέρα του Απόλλωνα, η Λητώ, είχε μεταμορφωθεί σε λύκαινα, τότε που ερχόμενη από τη χώρα των Υπερβορείων έμελλε να γεννήσει τον θεϊκό γιό της στο φωτεινό νησί. Μια άλλη έκδοση του ίδιου μύθου την ήθελε να φθάνει στη Μικρά Ασία, στη Λυκία, δηλαδή σε μια χώρα λύκων.
Από πού προέρχεται όμως αυτή η σύνδεση του Απόλλωνα με το λύκο; Αναμφίβολα το ζώο αυτό θυμίζει τη νύχτα, το κρύο και το θάνατο, είτε έρχεται από την Υπερβοραία είτε όχι, χώρα, όπου κατά την παράδοση που ήταν αποδεκτή στους Δελφούς, ο θεός επέστρεφε κατά περιόδους.
Όπως κι αν είναι, το φως του Απόλλωνα είναι "το λυκόφως", παραδοσιακή έκφραση στην αρχαία Ελλάδα.

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2008

Μαυρός Απόλλωνας ΙΙ

Γύρω από τον Απόλλωνα πλανιέται μια μυ­ρουδιά πτώματος, μια μυρουδιά θανατικού. Αυ­τό μαρτυρεί ο Πλούταρχος που υπήρξε αρχιε­ρέας του Απόλλωνα, δίνοντας μας, κατά τον ο­μηρικό ύμνο (9), την ετυμολογία του ονόματος "Πύθων", που το συνδέει με το ρήμα "πύθω" που σημαίνει "επιφέρω σήψη". Το πτώμα του τέρατος θα είχε βρωμίσει την ατμόσφαιρα στο μέρος που κατοικούσε ο θεός. Ίσως θα πρέπει να παραδεχ­θούμε επίσης, πως ο ατμός που "μέθαγε" την Πυ­θία, είχε μια μυρωδιά χαλασμένων αυγών. Γνω­ρίζουμε επίσης το ρόλο του Απόλλωνα στη διά­δοση της πανώλης και των επιδημιών, όπως μαρτυρείτε από τον Σοφοκλή, στην αρχή του βα­σιλέα Οιδίποδα. Ο συσχετισμός του μαύρου χρώ­ματος με τη μυρωδιά της σήψης, παρέμεινε μέχρι στους αλχημιστές του 17ου αιώνα όπως επίσης και στο σονέτο των Φωνηέντων του Rimbaud, ό­που το μαύρο "Α" θυμίζει τις απαίσιες δυσωδίες που γύρω τους τριγυρίζουν μύγες, οι οποίες σί­γουρα δεν είναι εύθραυστες μελισσούλες.
Στην Ελληνική μυθολογία η κρεατόμυγα, που έχει χρώμα μαύρο - μπλε, είναι ο δαίμονας Ευρύνομος, που έχει επίσης σχέσεις με τον Απόλλω­να, όπως οι Ερινύες, που μένουν κάτω από τη γη και τσιμπάνε με το κεντρί τους.
Γνωρίζουμε, ότι ο Απόλλωνας δεν είχε κανο­νική σύζυγο. Αλλά οι φευγαλέοι έρωτες του -θεού είναι σχεδόν πάντα τραγικοί και πένθιμοι, όπως το δείχνουν οι πάμπολλες ιστορίες, που περιγρά­φονται λεπτομερώς από τον Οβίδιο στις Μετα­μορφώσεις. Ήταν επικίνδυνο τόσο για τις νέες κοπέλες, όσο και για τους νέους, μια και ο θεός δεν περιφρονούσε ούτε τις μεν, ούτε τους δε, να αγαπηθούν από τον Απόλλωνα.

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2008

Μαύρος Απόλλωνας Ι

Η σύνδε­ση του Απόλλωνα με το θάνατο, που διατηρείται ακόμα και στην κλασσική εποχή όταν ο θεός εί­χε προνόμια πολύ διαφορετικού χαρακτήρα, εί­ναι κάτι περιοοότερο από μια εικασία.
Προκύπτει πράγματι ακόμα κι από το όνομα του Απόλλωνα ή τουλάχιστον από τον τρόπο, που συνή­θως το εννοούσαν, από το συμβολισμό του φονι­κού τόξου κι από τις τόσες διηγήσεις για τους τραγικούς έρωτες του θεού.
Αυτά τα τρία σημεία, που μετατρέπουν την εικασία σε βεβαιότητα, μπορούν να επαληθευ­θούν.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Πλάτωνα στον Κρατύλο,
το όνομα του Απόλλωνα είχε για τον κόσμο μια φοβερή ερμηνεία.
Το παραλλήλιζαν πράγματι με το ρήμα "απόλλυμι", που σημαίνει χάνω ή καταστρέψω.
Ο Απόλλωνας πρέπει να ή­ταν λοιπόν ο "καταστροφέας".
Ολες οι αρχαίες ε­τυμολογίες που υποψιάζεται κανείς πως δε βασίζονται παρά σε αστεϊσμούς, μπορεί ίσως να επιδέχονται επιστημονικά διαψεύσεις, να αναι­ρούνται επιστημονικά, αλλά είναι γεγονός, ότι δε γνωρίζουμε άλλες καλύτερες.
Ο φόβος που προκαλούσε και μόνο το όνομα του Απόλλωνα, ε­πιβεβαιώνεται από τη διήγηση της γέννησης του θεού, από την οποία μαθαίνουμε, ότι το νησί Δή­λος, που διαλέχθηκε σαν γη του τοκετού, κινδύ­νευε από αυτό και μόνο το γεγονός να εξαφα­νισθεί .
Η διήγηση της εμφάνισης του Απόλ­λωνα,
πάνοπλου μέσα στον κύκλο των θεών του Ολύμπου, έχει την ίδια έννοια .
Αυτό είναι που μας ωθεί να θεωρήσουμε το όπλο του Απόλλωνα,
σαν ίδιο μ 'εκείνο της αδελ­φής του Άρτεμης.
Ο Απόλλωνας και η Άρτεμης είναι θεότητες του κυνηγιού.
Το τόξο είναι αχώ­ριστο από τον Απόλλωνα όπως κι από την Άρτεμη,
που δεν είναι ίσως παρά το θηλυκό διπλό του.
Και το βέλος που ρίχνει αυτό το τόξο είναι φονικό αφού δε χάνει ποτέ το στόχο του.
Ο Όμηρος μας λέει, πως το βέλος αυτού του τόξου είναι "αναπόφευκτο", πράγμα που θυμίζει επίσης το συμβολισμό του ονόματος της Ατρόπου,
της πιο επίφοβης από τις τρεις Μοίρες, αυτής που σκο­τώνει.
Επίσης στην Οδύσσεια, οι δικαιοδοσίες του Απόλλωνα και της Άρτεμης καθορίζονται έ­τσι, ώστε ο πρώτος να βάζει τέρμα στη ζωή των ανθρώπων
και η δεύτερη στην ύπαρξη των γυ­ναικών.
"Και τότε, μας λέει ο γέρος ποιητής σχε­τικά με τους κατοίκους της νήσου Ορτυγίας, έρ­χονται ο Απόλλωνας και η Άρτεμης, η αδελφή τον, τεντώνουν το τόξο τους και το πιο γλυκό τους βέλος σχίζει τον αέρα δίχως να φανεί και τερματίζει απότομα μάκρυνα πεπρωμένα".
Φο­νιάς υπήρξε ο Απόλλωνας με το τόξο του ήδη από τη γέννηση του (Οδύσσεια XV, 410), όταν ήταν ακόμα στην αγκαλιά της μάνας του,
σκοτώνο­ντας το φίδι Πύθωνα ή το διπλό θηλυκό αυτού του τέρατος, την ονομαζόμενη Δελφύνα, όνομα που σχετίζεται μ' εκείνο των Δελφών.
Και μια που σαν τέτοιος είναι ο αρχηγός των φονιάδων,
γι' αυτό σίγουρα και ο Αισχύλος δε θα διστάσει να ανακατέψει το θεό στις ανθρώπινες υποθέ­σεις,
κάνοντας τον υπερασπιστή του Ορέστη
μπροστά στο δικαστήριο της Αθήνας .

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2008

Μαυρος Απολλωνας

Ο Παυσανίας αναφέρει ότι έχει δει σ ‘ ένα παλιό ναό στα Μέγαρα, τρία ξύλινα αγάλματα από έβενο. Γνωρίζουμε ότι το μαύρο χρώμα αποδίδεται στη γη η’ ακριβέστερα στα έγκατα της γης. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να υποψιαστεί την ύπαρξη ενός χθονίου Απόλλωνα ακόμα και καταχθονίου. Αυτό που ενισχύει αυτή την υπόθεση είναι ότι ο Απόλλωνας στους Δελφούς κατοικούσε μέσα σε μια σπηλιά.
Ο Αισχύλος στους Χοηφόρους τον ονομάζει «θεό που κατοικεί στην είσοδο τεράστιας σπηλιάς».
Οι προφητικές αναθυμιάσεις που έβγαιναν στο μέρος που λεγόταν πως το κέντρο της γης η’ ο ομφαλός του κόσμου και έφθαναν στη Πύθια ήταν κατά παράδοση αυτό που την έκανε να δίνει τους χρησμούς της. Αλλά ακόμα και αυτό το όνομα της θυμίζει το φίδι Πύθωνα, που λεγόταν πως είχε σκοτώσει ο Απόλλωνας και που δε φαινόταν παρ όλα αυτά να συμβιώνει τόσο άσχημα με το δολοφόνο του αφού φιγουράριζε με τα τρια κεφαλια του πανω στο περιφημο τριποδα. Το φίδι κατεξοχήν γίνω ζώο που συνδυάζεται σταθερά με τον Απόλλωνα που παίρνει γι’αυτό το λογο το όνομα Πύθιος Απόλλωνας, θα παραμείνει το σύμβολο του
Ασκληπιού του αγαπημένου γιου του Θεού.
Στα μαύρα βάθη της γης κατοικούν οι νεκροί.
Θα μπορούσε λοιπόν να αναρωτηθεί κανείς κατά ποσό από τις λειτουργίες ανάλογες μ εκείνες του Άδη δεν ασκηθήκαν από τον Απόλλωνα.