ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ
(θυμίαμα μάνναν)

Ελθέ μάκαρ Παιάν Τιτυοκτόνε Φοίβε Λυκορεύ
Μεμφίτ' αγλαότιμε ιήιε ολβιοδώτα
χρυσολύρη σπερμείε αρότριε Πύθιε Τιτάν
Γρύνειε Σμινθεύ Πυθοκτόνε Δελφικέ μάντι
άγριε φωσφόρε δαίμον εράσμιε κύδιμε κούρε
μουσαγέτα χοροποιέ εκηβόλε τοξοβέλεμνε
Βάκχιε και Διδυμεύ εκάεργε Λοξία αγνέ
Δήλιε άναξ πανδερκές έχων φαεσίμβροτον όμμα
χρυσοκόμα καθαράς φήμας χρησμούς τ' αναφαίνων
κλυθί μου ευχομένου λαών ύπερ εύφρονι θυμώι
τόνδε συ γαρ λεύσσεις τον απείριτον αιθέρα πάντα
γαίαν τ' ολβιόμοιρον ύπερθέ τε και δι' αμολγού
νυκτός εν ησυχίαισιν υπ' αστεροόμματον όρφνην
ρίζας νέρθε δέδορκας έχεις δε τε πείρατα κόσμου
παντός σοι δ' αρχή τε τελευτή τ' εστί μέλουσα
παντοθαλής συ δε πάντα πόλον κιθάρηι πολυκρέκτωι
αρμόζεις οτέ μεν νεάτης επί τέρματα βαίνων
άλλοτε δ' αυθ' υπάτην ποτέ Δώριον εις διάκοσμον
πάντα πόλον κιρνάς κρίνεις βιοθρέμμονα φύλα
αρμονίηι κεράσας παγκόσμιον ανδράσι μοίραν
μίξας χειμώνος θέρεος τ' ίσον αμφοτέροισιν
εις υπάτας χειμώνα θέρος νεάταις διακρίνας
Δώριον εις έαρος πολυηράτου ώριον άνθος
ένθεν επωνυμίην σε βροτοί κλήιζουσιν άνακτα
Πάνα θεόν δικέρωτ' ανέμων συρίγμαθ' ιέντα
ούνεκα παντός έχεις κόσμου σφραγίδα τυπώσιν
κλύθι μάκαρ σώζων μύστας ικετηρίδι φωνήι

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2008

Επικούριος Απόλλωνας

Κρυμμένος μέσα στα Αρκαδικά βουνά, το Κωτίλιον, το Λυκαίο, το Τετράτζι και το Ελάιον βρίσκεται σε υψόμετρο 1.131 μ. ένας από τους σημαντικότερους ναούς της ελληνικής αρχαιότητας, ο Ναός του Επικουρίου Απόλλωνα στις Βάσσες ή στη Φιγάλεια .
Στην περιοχή από την αρχαιότητα λατρεύονταν ο Απόλλωνας Βασσίτας, ο Δίας, ο Πάνας καθώς επίσης η Αφροδίτη και η Άρτεμη Ορθασία. Μάλιστα το 1903 κατά τη διάρκεια ανασκαφών σε μια μικρή κοιλάδα του όρους Κωτίλιον, 100 μέτρα ψηλότερα από ναό του Απόλλωνα, αποκαλύφθηκαν δύο ιερά, τα οποία αποδόθηκαν από τον Κ. Κουρουνιώτη, που διενήργησε τις ανασκαφές, στην Αφροδίτη και στην Άρτεμη Ορθασία. Ο Κ. Κουρουνιώτης στηρίχτηκε τόσο στις περιγραφές του Παυσανία όσο και σε χάλκινη πλάκα που βρέθηκε και η οποία αναφέρεται στον Απόλλωνα Βασσίτα, στην Άρτεμη Ορθασία και στον Σινόεντα Πάνα.
Δυτικά του ναού υπήρχε οικισμός από την αρχαϊκή εποχή που ονομαζόταν "Βάσσαι" από τις βάσσες ή βήσσες, δηλαδή τις μικρές κοιλάδες που βρίσκονται ανάμεσα στις βραχώδεις εκτάσεις. Σε απόσταση 13 χλμ. από το ναό βρίσκεται και η αρχαία Φιγάλεια, η πόλη στην οποία διοικητικά υπαγόταν ο ναός.
Νότια του ναού αποκαλύφθηκε ένα επίμηκες κτήριο, μήκους 25 μ. και πλάτους 7,50 μ. που αποδόθηκε στον πρώτο αρχαϊκό ναό του Απόλλωνα. Πολλοί όμως επιστήμονες διαφωνούν και ισχυρίζονται ότι ο αρχαϊκός ναός βρίσκεται στα θεμέλια του κλασικού. Η άποψη αυτή ισχυροποιείται και θεωρείται επικρατέστερη από τα ανασκαφικά ευρήματα κάτω από τον κλασικό ναό, γιατί μετά από δοκιμαστικές τομές φανερώθηκε κτήριο με μήκος 16 μ. και πλάτος 6,20 μ. και με τον ίδιο προσανατολισμό με του κλασικού ναού.
Ανάμεσα στο πλήθος των ευρημάτων προκαλούν εντύπωση το πλήθος των όπλων, ιδιαίτερα των αμυντικών, που προφανώς προσφέρονταν στο θεό. Έτσι ίσως δικαιολογείται και το προσωνύμιο του θεού ως "επικούριου", επειδή βοήθησε τους Φιγαλείς να αντιμετωπίσουν το 659 π.Χ. τους Σπαρτιάτες κατά τη διάρκεια του β' Μεσσηνιακού πολέμου. Η νίκη μάλιστα των Φιγαλείων στηρίχτηκε σε χρησμό που πήραν από το μαντείο των Δελφών, σύμφωνα με τον οποίο θα νικούσαν τους Σπαρτιάτες μόνο αν πολεμούσαν μαζί τους οι Ορεσθάσιοι, οι οποίοι όμως θα σκοτώνονταν όλοι. Οι Ορεσθάσιοι πραγματικά έστειλαν 100νέους, που φυσικά σκοτώθηκαν, οι Φιγαλείς όμως νίκησαν τους Σπαρτιάτες. Προφανώς λοιπόν ο θεός λατρευόταν ως πολεμικός θεός, γι' αυτό και η πληθώρα των αναθημάτων.
Ο Παυσανίας όμως αποδίδει στο θεό το προσωνύμιο επικούριος, γιατί προστάτευσε τους Φιγαλείς από την επιδημική νόσο που είχε πλήξει τον ελλαδικό χώρο κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου (431-404 π.Χ.)
Αν και δεν είναι τόσο γνωστός στο ευρύ κοινό, ο ναός συγκέντρωσε το ενδιαφέρον των μελετητών, ήδη από το 19ο αιώνα, εξαιτίας των ιδιαιτεροτήτων, οι οποίες τον καθιστούν ένα μοναδικό μνημείο.Tο 1986 η Unesco έθεσε το ναό υπό την προστασία της ως μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς



Κατοψη ναου


Ο προσανατολισμός
Οι αρχαίοι ναοί είχαν προσανατολισμό από Ανατολή προς Δύση και η κύρια είσοδος του ναού βρισκόταν στην ανατολική πλευρά.
Ο ναός του Απόλλωνα, αντίθετα, έχει προσανατολισμό από Βορρά προς Νότο. Προσπαθώντας οι επιστήμονες να ερμηνεύσουν τη διαφορετικότητα αυτή κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η έλλειψη αρκετού χώρου ήταν αυτή που ανάγκασε τους κατασκευαστές να τοποθετήσουν διαφορετικά το ναό. Υπάρχει όμως και η άποψη ότι ο συγκεκριμένος προσανατολισμός οφείλεται στην ιδιαίτερη θρησκευτική παράδοση των Αρκάδων, αφού υπάρχουν και άλλοι ναοί με ανάλογο προσανατολισμό, όπως ο ναός της Αθηνάς στην Αλίφειρα ή της Αθηνάς Σωτείρας στην Ασέα. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί και η άποψη του Ν. Γιαλούρη, ο οποίος συνδυάζει τον ασυνήθιστο προσανατολισμό με τη σχέση του Απόλλωνα με τις "Υπερβόρειες χώρες".

Ο ρυθμός
Ο ναός είναι δωρικός, (αν και συνδυάζει στοιχεία και του ιωνικού και του κορινθιακού ρυθμού), διπλός "εν παραστάσι" περίπτερος ("Ναός εν παραστάσι": Οι δύο μακροί τοίχοι του σηκού καθώς καταλήγουν στις στενές πλευρές σχηματίζουν δύο παραστάδες, ανάμεσα στις οποίες παρεμβάλλονται κίονες (από δύο ως έξι)

Οι διαστάσεις
Οι διαστάσεις του ναού είναι 39,87Χ16,13 στο επίπεδο της ευθυντηρίας (δηλαδή στο επίπεδο με το έδαφος) και 38,24Χ14,48 στο επίπεδο του στυλυβάτη (δηλαδή στο επίπεδο που στηρίζονται οι κίονες). Οι μακριές πλευρές είναι περίπου κατά 2,5 φορές μεγαλύτερες από τις στενές.

Οι κίονες
Οι κίονες είναι δωρικοί και είναι 6 στις στενές πλευρές και 15 στις μακριές. Εδώ έχουμε μια ιδιορρυθμία σε σύγκριση με τους λοιπούς ναούς, στους οποίους συνήθως οι κίονες στις μακριές πλευρές ήταν διπλάσιοι συν ένας των κιόνων των στενών πλευρών. Το μήκος του ναού σε συνδυασμό με τον αριθμό των κιόνων σχηματίζει ένα επίμηκες κτήριο, που είναι χαρακτηριστικό κυρίως των αρχαϊκών χρόνων. Τα στοιχεία αυτά παραπέμπουν στο ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς, ο οποίος φαίνεται ότι χρησίμευσε ως πρότυπο. Ίσως θα έπρεπε να τονίσουμε και τη στενή σχέση των Βασσών με το μαντείο των Δελφών.
Ακόμη μία ιδιομορφία είναι ότι οι κίονες της βόρειας πλευράς είναι παχύτεροι από τους κίονες των άλλων πλευρών.
Τέλος, απουσιάζει η ένταση, ένα άλλο χαρακτηριστικό των κιόνων.


Το εσωτερικό του ναού. Πίνακας του Cockerrel R. A. 1788 - 1863




Θριγκός
Ο θριγκός αποτελείται από ένα απλό δωρικό επιστύλιο και από δωρική ζωφόρο, δηλαδή τρίγλυφα και μετόπες.


Τα μέρη του ναού
Ο ναός αποτελείται από πρόναο, οπισθόδομο, σηκό και άδυτο. Ο πρόναος είναι βαθύτερος από τον οπισθόδομο. Υπήρχαν ανάμεσα στον πρόναο και το σηκό κιγκλιδώματα και η επικοινωνία γινόταν μέσω μεγάλης θύρας που σχημάτιζε παραστάδες.
Το νεωτερικό στοιχείο του ναού είναι μια μικρότερη θύρα στον ανατολικό τοίχο του σηκού, στο ύψος του αδύτου. Σύμφωνα με τους μελετητές στο άδυτο θα υπήρχε απέναντι ακριβώς από τη θύρα το λατρευτικό άγαλμα του θεού με την πρόσοψη στραμμένη προς την Ανατολή ή κάποιος βωμός, που θα φωτιζόταν όταν ανέτειλε ο ήλιος.

Ο ναος

Η διευθέτηση του σηκού
Εκείνο το στοιχείο όμως που προκαλεί κάθε μελετητή του ναού είναι η διαμόρφωση του εσωτερικού χώρου του σηκού. Ως συνήθως στους άλλους ναούς υπάρχει μια εσωτερική κιονοστοιχία σε σχήμα Π στην οποία στηρίζεται η στέγη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, η εσωτερική κιονοστοιχία έχει αντικατασταθεί από πέντε ζεύγη ιωνικών ημικιόνων. Οι ημικίονες εφάπτονται σε λεπτούς τοίχους, οι οποίοι με τη σειρά τους εφάπτονται στον τοίχο του σηκού, σχηματίζοντας με αυτόν τον τρόπο μικρές κόγχες. Το νοτιότερο ζεύγος των ημικιόνων ενώνεται με τους τοίχους του σηκού σχηματίζοντας γωνία 45 μοιρών. Οι κίονες έχουν έντεκα ραβδώσεις. Τα ιωνικά ημικιονόκρανα με εχίνο σχημάτιζαν στην πρόσοψη δύο ελικωτές απολήξεις και από μία στα πλάγια.
Ανάμεσα στο νοτιότερο ζεύγος των ημικιόνων υπήρχε ελεύθερος κίονας που είχε το αρχαιότερο κορινθιακό κιονόκρανο στην ελληνική αρχιτεκτονική.
Το λατρευτικό άγαλμα θα πρέπει να ήταν μπροστά από τον κορινθιακό κίονα. Υπάρχει βεβαίως και άλλη άποψη, σύμφωνα με την οποία δεν υπήρχε ανθρωπόμορφο λατρευτικό άγαλμα του θεού, αλλά ο κίονας αποτελούσε την ανεικονική παράσταση της θεότητας. Η κιονολατρία δεν ήταν άγνωστη στην Αρκαδία. Ο Απόλλωνας παριστάνεται με την ανεικονική αυτή μορφή, έχοντας την επωνυμία Αγυιέας. Σύμφωνα, άλλωστε, με τον Παυσανία, ο Απόλλωνας παριστανόταν με μορφή πυραμίδας στο γυμνάσιο των Μεγάρων, ενώ στο ιερό του Πυθίου Απόλλωνα στην Τεγέα λατρευόταν σε σχήμα κιονίσκου.
Τον κυρίως χώρο του σηκού διέτρεχε εσωτερικά ιωνικός θριγκός, που αποτελούνταν από χαμηλό ιωνικό επιστύλιο, πάνω στο οποίο στηριζόταν η περίφημη ιωνική ζωφόρος.
Στο εσωτερικό του σηκού υπήρχε ιωνική ζωφόρος. Είχε μήκος 31 μ. και ύψος 0,63 μ. Αποτελείται από 23 μαρμάρινες πλάκες. Οι δώδεκα έχουν ως θέμα την Κενταυρομαχία και πιθανόν να καταλάμβαναν τη βόρεια και δυτική πλευρά και οι έντεκα την Αμαζονομαχία και να βρίσκονταν στη νότια και ανατολική πλευρά.


Η πρώτη συστηματική αναγραφή του ναού έγινε το 1812 από τους: J. Foster, C. R. Cockerell, K. H. von Hallerstein, G. Gropius, J. Linckh, O. M. Stackerlberg, και P. O. Brondsted. Με την ανασκαφή ήρθαν στο φως οι πλάκες της ζωφόρου και το κορινθιακό κιονόκρανο.
Τα ευρήματα μεταφέρθηκαν στη Ζάκυνθο, με τη συγκατάθεση του Βελή πασά, αφού είχε πάρει μια μικρή αμοιβή. Το 1814 η ζωφόρος αγοράστηκε με εντολή του άγγλου αντιβασιλιά πρίγκηπα Γεωργίου και το 1815 κατέληξε στο Βρετανικό Μουσείο. Η υφαρπαγή αυτή χαρακτηρίστηκε από τον άγγλο διανοούμενο Christian Muller ως πράξη βανδαλισμού, αντίστοιχη με εκείνη του λόρδου Έλγιν.



τμηματα ζωφορου

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

ο επικουριος Απολλωνας ανηκει στη Νομαρχια Ηλειας και οχι Αρκαδιασ.. ουτε Μεσσηνιας!