ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ
(θυμίαμα μάνναν)

Ελθέ μάκαρ Παιάν Τιτυοκτόνε Φοίβε Λυκορεύ
Μεμφίτ' αγλαότιμε ιήιε ολβιοδώτα
χρυσολύρη σπερμείε αρότριε Πύθιε Τιτάν
Γρύνειε Σμινθεύ Πυθοκτόνε Δελφικέ μάντι
άγριε φωσφόρε δαίμον εράσμιε κύδιμε κούρε
μουσαγέτα χοροποιέ εκηβόλε τοξοβέλεμνε
Βάκχιε και Διδυμεύ εκάεργε Λοξία αγνέ
Δήλιε άναξ πανδερκές έχων φαεσίμβροτον όμμα
χρυσοκόμα καθαράς φήμας χρησμούς τ' αναφαίνων
κλυθί μου ευχομένου λαών ύπερ εύφρονι θυμώι
τόνδε συ γαρ λεύσσεις τον απείριτον αιθέρα πάντα
γαίαν τ' ολβιόμοιρον ύπερθέ τε και δι' αμολγού
νυκτός εν ησυχίαισιν υπ' αστεροόμματον όρφνην
ρίζας νέρθε δέδορκας έχεις δε τε πείρατα κόσμου
παντός σοι δ' αρχή τε τελευτή τ' εστί μέλουσα
παντοθαλής συ δε πάντα πόλον κιθάρηι πολυκρέκτωι
αρμόζεις οτέ μεν νεάτης επί τέρματα βαίνων
άλλοτε δ' αυθ' υπάτην ποτέ Δώριον εις διάκοσμον
πάντα πόλον κιρνάς κρίνεις βιοθρέμμονα φύλα
αρμονίηι κεράσας παγκόσμιον ανδράσι μοίραν
μίξας χειμώνος θέρεος τ' ίσον αμφοτέροισιν
εις υπάτας χειμώνα θέρος νεάταις διακρίνας
Δώριον εις έαρος πολυηράτου ώριον άνθος
ένθεν επωνυμίην σε βροτοί κλήιζουσιν άνακτα
Πάνα θεόν δικέρωτ' ανέμων συρίγμαθ' ιέντα
ούνεκα παντός έχεις κόσμου σφραγίδα τυπώσιν
κλύθι μάκαρ σώζων μύστας ικετηρίδι φωνήι

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2008

Ο Καρκαβίτσας ειναι goth



Στα τέλη του 19ου αιώνα οι λογοτέχνες μας αρχίζουν να αποτυπώνουν στα κείμενά τους την ελληνική ζωή και την ελληνική φύση. Ανάμεσά τους επίζηλη θέση παίρνει ο Αντρέας Καρκαβίτσας.
Γεννήθηκε στα Λεχαινά το 1866 και πέθανε τον Οκτώβριο του 1922 στο Μαρούσι.

Ήταν το πρώτο παιδί από τα έντεκα της οικογένειας. Τα παιδικά του χρόνια τα περνά στη γενέτειρά του κρατώντας στην ευαίσθητη ψυχή του αναμνήσεις που αργότερα θα γίνουν σύμβολα και κείμενα.
Εδώ παίρνει την πρώτη σχολική του μόρφωση. Είχε μεγάλη δίψα για μάθηση. Όταν έγινε δεκατεσσάρων χρόνων, αναγκάστηκε να πάει στην Πάτρα για να συνεχίσει τη μόρφωσή του στο Γυμνάσιο.
Του αρέσει πολύ η θάλασσα. Περιμένει με λαχτάρα το δειλινό που θα έχει τελειώσει το μάθημα για να πεταχτεί στο λιμάνι, να δει τα καράβια και την απέραντη γαλάζια θάλασσα. Το Γυμνάσιο του δίνει μεγάλη χαρά. Διαβάζοντας Δημοσθένη, Πλάτωνα και Όμηρο.
φαντάζεται έναν κόσμο γεμάτο ηθική ομορφιά, άξιο να μάθουν και να ζήσουν οι άνθρωποι. Στα Λεχαινά πήγαινε στις διακοπές. Την άνοιξη του 1883 είναι 17 ετών. Τότε ένα περιστατικό του αναστατώνει την ψυχή του με μια μικρή συμπατριώτισσα τη χιούλα, η οποία αποτέλεσε την έμπνευσή του για το έργο του «Λυγερή» και ήταν η πρώτη του αγάπη.
Όταν τελείωσε το Γυμνάσιο, γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μόλις πήρε το πτυχίο του κατατάχτηκε στο Ναυτικό και υπηρέτησε μέχρι το 1916. Η μικρασιατική καταστροφή του 1922 επιτάχυνε το τέλος του πεζογράφου μας. Είδε πλέον ότι τα όνειρα της μεγάλης Ελλάδας, για την οποία αγωνίστηκε με τα έργα του γκρεμίστηκαν και σβήστηκαν, Από τα μαθητικά του χρόνια άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνία.
Όλο το έργο του το διακρίνει η συνεχής προσπάθεια να προσφέρει ανάγλυφη την εικόνα της πατρίδας του, να καταγράψει τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις, αλλά και να τονίσει τα ελαττώματα και τις αδυναμίες, να διδάξει την κοινωνική αναγέννηση και να ανοίξει το δρόμο προς το καλύτερο και το υγιέστερο μέλλον. Έκλεισε σαν το Σολωμό στην ψυχή του την Ελλάδα και την λάτρεψε με βαθιά και αγνή αγάπη. Την εμφάνισή του στη λογοτεχνία έκανε 1885 με το έργο «Ο κάπταν Βέργας» πατριωτικού περιεχομένου και την «Ασήμω».
Η πρώτη συλλογή διηγημάτων του δημοσιεύτηκε το 1892 με τον τίτλο «Διηγήματα». Μέσα σ' αυτά περιλαμβάνονται «η Φλογέρα», «Γιάννος και Μάρω», «Σπαθόγιαννος», «Αφορισμένος», «Οι Νέοι Θεοί», «Ημέρες της Γριάς", οι κριτικοί τα δέχτηκαν με τα καλύτερα λόγια.
Ο Παλαμάς έδειξε το θαυμασμό του για το νέο διηγηματογράφο και τον ονόμασε πραγμα- τιστή και ιδανιστή.
Το 1896 τελειώνει το μεγάλο ηθογραφικό διήγημα: «Η Λυγερή» το έργο αυτό αναφέρεται σε πρόσωπα που ζούσαν στην πατρίδα του τα Λεχαινά.
Μετά τη «Λυγερή» ακολουθεί ο «Ζητιάνος» είναι από τα καλύτερα έργα του, γραμμένο στη δημοτική. Σε αυτό το έργο ζωγραφίζει το φυσικό και το κοινωνικό περιβάλλον.
Μετά το «Ζητιάνο» δημοσίευσε τα «Λόγια της Πλώρης». Είναι 20 διηγήματα, όλα παρμένα από τη ζωή της θάλασσας και των ναυτικών μας.
Μετά ακολουθεί το βιβλίο «Παλιές Αγάπες» με διηγήματα που στηρίζονται στις παραδόσεις του ελληνικού λαού. Σ' αυτά αντιπροσωπεύονται απλοϊκοί τύποι με αφέλεια κι αγνότητα.
Είναι μια συλλογή από διηγήματα με ποικίλα θέματα, ηθογραφικά, λαογραφικά, ιστορικά. Το τελευταίο έργο του είναι «ο Αρχαιολόγος». Είναι βιβλίο κατά της προγονοπληξίας. «Όσο ζούμε θαμπωμένοι και άπραγοι κάτω από το βάρος της παλιάς μας δόξας και Δε ζητάμε να ζήσουμε υπεύθυνα και δημιουργικά τη δική μας ζωή, προκοπή ας μην περιμένουμε».
Ο Αντρέας Καρκαβίτσας είναι μεγάλος παιδαγωγός, έγραψε αναγνωστικά του Δημοτικού Σχολείου. Αναφέρονται σ' όλες τις περιόδους του ελληνισμού αρχαίο κόσμο, βυζαντινή εποχή, σύγχρονη Ελλάδα. Διηγήματά του μεταφράστηκαν και δημοσιεύτηκαν και σε ξένες γλώσσες. Λίγα χρόνια μετά το θάνατό του στήθηκε στην κεντρική πλατεία των Λεχαινών η προτομή του, έργο του μεγάλου καλλιτέχνη Τόμπρου. Στο κοιμητήριο των Λεχαινών ανα- παύονται και τα οστά του, μεταφερμένα από την Αθήνα στον οικογενειακό τάφο των Καρκαβίτσηδων.


Απόσπασμα απο τον "Ζητιάνο" και η συνάντηση του ήρωα μ'ένα βρυκόλακα....


Ὁ Πέτρος Βαλαχᾶς ἦταν ἀφανισμένος ἀπὸ τὴν ἀγρύπνια καὶ τὴν κούραση. Ὁ τελώνης τοῦ Τσάγιεζι μ᾿ ἕν᾿ αὐστηρὸ ἔγγραφο τὸν εἰδοποίησεν ἀπὸ προχθές, πὼς λαθρεμπόριο ἔμελλε νὰ ξεφορτωθῆ κατὰ τὶς ἐκβολὲς τοῦ ποταμοῦ κι ἔπρεπε νὰ κάμῃ τὰ μάτια τοῦ τέσσερα. Θὰ τοῦ ἔστελνε καὶ ἄλλους φυλάκους γιὰ συνδρομή· ἀλλὰ τοὺς εἶχεν ἀπασχολημένους ἀλλοῦ. Ποῦ νὰ προφθάσουν ὀχτώ-δέκα ἄντρες νὰ φυλάξουν τόσον ἀπέραντη ἀκρογιαλιά! Ἠμποροῦσεν ὅμως, ἂν ἤθελε, νὰ συνεννοηθῆ ἀπ᾿ εὐθείας με τὸν σταθμάρχη τῶν Τεμπῶν γιὰ μεγαλείτερη ἐλπίδα ἐπιτυχίας.

Ἀλλ᾿ ὁ Βαλαχᾶς τὴ συνδρομὴ τοῦ σταθμάρχη καὶ τῶν στρατιωτῶν τοῦ τὴν ἔκρινε καθόλου περιττή. Ἐμπόδια παρὰ εὐκολίες θὰ τοῦ ἔφερναν οἱ χοντροὶ ἐκεῖνοι καὶ βάναυσοι ὁπλοφόροι. Μόνος του ἦταν ἱκανὸς ν᾿ ἀναλάβη τὴν ἐπικίνδυνη ὑπερεσία καὶ ὁρκιζόταν νὰ μὴν ἀφήση οὔτε μῦγα νὰ περάση ἀτελώνιστη. Μὲ τὸν γκρὰ στὸν ὦμο καὶ τὰ σπαθόλουρα ζωσμένα στὴ μέση· μὲ τὸ τελωνειακὸ πηλήκιο κατεβασμένο στ᾿ ἀχτένιστα μαλλιά· μὲ τὸν μανδύα περιτυλιγμένος σὰν ἀραποσιτόκωνος στὰ φύλλα του· μὲ τὸ κοντοβράκι ἕως τὸ γόνα καὶ τὶς ἀγραφιώτικες σκάλτσες καὶ τὰ τσαρούχια του, ἐγύριζεν ἀνοιχτομμάτης καὶ κρυφακουστῇς ὁ τελωνοφύλακας μέσα στοὺς ἄμμους καὶ τὰ βοῦρλα τῆς ἀκρογιαλιᾶς, σὰν φάντασμα.

Ὁ Πηνειὸς κατέβαινεν ἀπὸ τὰ Τέμπη, ἀνάμεσα στὶς καταπράσινες καὶ ἰσκιωμένες ὄχθες του, θολὸς καὶ φουσκωμένος. Τοῦ ἀπριλομάρτη τὸ ἠλιοπύρι ἐτίναξεν ἀρκετὰ ἐπίβουλα τὰ φιλήματά του στὰ βαρυστοιβαγμένα χιόνια τῶν βουνῶν καὶ καταρράχτες αὐτοσχέδιοι ἐκρεμνίζονταν ἀπὸ τὰ Χάσια καὶ τὸν Πίνδο, ἀπὸ τὴν Γκούρα καὶ τὸν Ὄλυμπο, κι ἐχύνονταν πολυώνυμα παρακλάδια στὴν πολυδαίδαλη κοίτη του. Δέντρα συγκλαδοκορμόρριζα, ροζωτὲς βελανιδιὲς καὶ φουντωτὰ πεῦκα καὶ πλατάνια χιλιόχρονα· ὀξὲς θεόρατες κι ἐλάτια σταυρωτὰ ἐρροβολοῦσαν ἕνα με τ᾿ ἄλλο, μισοπεθαμένοι γίγαντες, μ᾿ ἔκφραση θλίψεως, γιατί ἄσπλαχνα ἐχωρίσθηκαν ἀπὸ τὴν ψηλὴ κοιτίδα τους· μ᾿ ἔκφραση θριάμβου στὸ γοργὸ διάβα τους, γιατί ἐφέρνονταν ἀκίνδυνα ἐπάνω στὰ ὑγρὰ νῶτα ἀνήλεου στοιχειοῦ.

Τὰ ὄρνια τῶν βουνῶν, οἱ ἀετοὶ καὶ τὰ ξεφτέρια, οἱ πετρῖτες καὶ τὰ γεράκια, κουρασμένα πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὸ ἀέρινο ταξίδι τους, ἐκατέβαιναν στοὺς σκληροὺς κορμοὺς κι ἐποταμοδρομοῦσαν ἀγέρωχά με τὰ κλαδωτὰ νύχια καρφωμένα στὶς σχισμάδες τῆς φλούδας, μὲ τὰ μάτια στυλωμένα στὶς ἁπλωτὲς πεδιάδες ζερβόδεξα, μὲ τὴν συνείδηση τῆς δυνάμεώς τους ὁλοφάνερη στὸ σῶμα, μὲ τὰ γυριστὰ ράμφη γεμάτα ἀπὸ φρίκη καὶ ἀπειλῇ, δεσπότες τύραννοι τῶν ἀδυνάτων καὶ τῶν δειλῶν. Τὰ ἥμερα πουλιὰ τῆς πεδιάδας, οἱ πελαργοὶ καὶ οἱ νυχτοκόρακες, οἱ κουροῦνες καὶ οἱ φασιανοὶ καὶ οἱ ἀγριόχηνες, θεονήστικα ἀπὸ τὶς πλημμύρες, ἐκάθιζαν ἐπάνω στὰ κλαδιὰ κι ἐζητοῦσαν σπόρους θρεφτικοὺς καὶ παράσιτα στὶς σχισμάδες τους. Καὶ τὰ πουλιὰ τὰ ταξιδιάρικα, τὰ χελιδόνια καὶ τὰ σπουργίτια, τὰ τρυγόνια καὶ τὰ περιστέρια, ὅλα τ᾿ ἀφρόντιστα πλάσματα, ἐκούρνιζαν ἐμπιστευτικὰ στὰ φυλλώματα, μαζὶ μὲ τὸ βδελυρὸ φίδι, ποὺ ἐχώνευε στὴν κουφάλα, καὶ τὸν ποντικό, ποὺ ἀργομασοῦσε φιλόσοφος τ᾿ ἀκρορρίζα τους. Κιβωτοὶ θεόσταλτοι τὰ ρουπάκια ἔφερναν τοὺς φτερωτοὺς ταξιδῶτες ἀνάμεσα ἀπὸ θεόρατα βουνὰ καὶ ἄγρια φαράγγια, ἀπὸ σκοτεινοὺς δρυμοὺς καὶ ἀρρωστημένους βάλτους, δίπλα σὲ πολιτεῖες πολυάνθρωπες καὶ χωριὰ μοναχικά, κάτω ἀπὸ ἐρημοκλήσια θλιμμένα καὶ μοναστήρια καὶ μετόχια, ἀπὸ πεδιάδες ὁλοφώτιστες καὶ ἀδιάβατα δάση, μὲ τὸ βόγγημα τοῦ νεροῦ καὶ τῶν ἀνέμων τὸν τάραχο στὰ γνώριμα μέρη τους, στὰ ποθητά τους γιατάκια. Κι ἔξαφνα, μὲ τὸν πρῶτο κλονισμὸ τοῦ φορείου, οἱ ἐλεύθερες ψυχὲς ἐτινάζονταν ζευγαρωτὲς εἴτε χωρισμένες μὲ κλαγγὴ φτερῶν καὶ ἀλαλαγμὸν ἄγριο στὸν γαλανὸν αἰθέρα ψηλά, ν᾿ ἀρχίσουν νέο κυνῆγι καὶ ἀλληλοσπάραγμα· νὰ γεμίσουν τ᾿ ἄγρια δάση μὲ κελαδήματα καὶ τὰ σπίτια τῶν δούλων μὲ ὁλόχαρες φωνές.

Τὰ φορεῖα ὅμως, ἀδιάφορα γιὰ τοὺς ταξιδιῶτες, ὑπάκουα στὴν ἀλύγιστη δύναμη τῆς τύχης καὶ τοῦ ποταμοῦ τὰ κλωθογυρίσματα, ἐκατέβαιναν τὸν δρόμο τους μὲ μεγαλοπρέπεια Σολομώντα ὀρθοκαθισμένου στὸν διαμαντοκόλλητο θρόνο του. Κάποτε, ἀπὸ προβολὴ τῆς ὄχθης ἢ τῆς κοίτης ρήχωμα, εἴτε καὶ νησοπούλας ἀνθοφορτωμένης ἐξαφνικὸ φανέρωμα, ἐσταματοῦσαν τὰ χλωρὰ πλεούμενα τὸν δρόμο, ἐταλαντεύονταν σὰν ἑτοιμοθάνατα κήτη κι ἐκάθιζαν τέλος ἀκίνητα καὶ βαριά. Ἀλλ᾿ ἔξαφνα τοῦ ποταμοῦ ἡ λαμπάδα πολυδύναμη εὕρισκε τ᾿ ἀδύνατο πλευρό, τὸ ἐχτυποῦσε πεισματικά, ἐστριφογύριζε τὸν κορμὸ σὰν ἐλάχιστο χάτσαλο καὶ τὰ δέντρα ἐκατέβαιναν πάλιν γοργὰ κι ἐπρόβαλλαν, γιγάντιες νεροφίδες, ἔξω ἀπὸ τοὺς δρυμοὺς καὶ τὶς πεδιάδες στὴν ἀνήσυχη θάλασσα, νὰ καταντήσουν ἴσως καλοτάξιδα πλεούμενα, ποὺ φέρνουν σὲ ποθητοὺς λιμένας ἀκριβοθώρητα πρόσωπα· ἂν δὲν κατάντησαν πρίν, ἀπὸ καραγκούνικα χέρια, ξύλα γιὰ τὴ στέγη τοῦ σπιτιοῦ, εἴτε χτηνῶν ποτισῶνες εἴτε γεφύρια πρόχειρα, ζεύγματα τοῦ ἴδιου ποταμοῦ, ποὺ τὰ ἐπαραπλάνησε τόσο!

Περίγυρα, στὸ ἀμφιθεατρικὸ ψήλωμα τῶν βουνῶν καὶ κάτω στὴν ἁπλωτὴ πεδιάδα, στοὺς κυματισμοὺς τῶν λόφων καὶ τῶν κοιλάδων τὶς γραμμές, ἡ βλάστησις ἁπλωνόταν μὲ ὅλο τὸ θρασὺ μεγαλεῖον της καὶ μὲ ὅλη τὴν ἀβρότητα τῶν χρωμάτων. Ὑγρασία τσουχτερὴ ἐστάλαζεν ἀπὸ τὰ αἰθέρια ψηλώματα κι ἐμαλάκωνε τὸν ἄμμο τοῦ γιαλοῦ καὶ τὰ γυμνὰ χώματα κι ἐπλούτιζε τῶν βλαστῶν τὸν χυμὸ καὶ τὴν ἀκμὴ τῶν φύλλων κι ἔδινε ρᾴθυμη διάθεση στοῦ πρωινοῦ πουλιοῦ τὸ πέταγμα καὶ τοῦ ζῳυφιοῦ τ᾿ ὀκνὸ βῆμα. Ἄρωμα βαρύ, συμπυκνωμένο ἀπὸ τῶν ἀνθῶν τ᾿ ἀνάσασμα καὶ τῶν ριζῶν τὸν ἵδρωτα· τῶν ξερῶν ξύλων καὶ τῶν πεσμένων φύλλων τὴ σαπίλα· τοῦ χόρτου τὴ νέκρα καὶ τῶν κορμῶν τοὺς μελωμένους χυμούς· τῶν παρασίτων φυτῶν τὴ μοῦχλα καὶ τοῦ νοτισμένου χωμάτου τὸν ἀχνό, ἡδυπαθὲς καὶ σχεδὸν χεροπιαστὸ ἀνέβαινεν ἀπὸ τὴ γῆ. Τρεμουλιαστὴ ἀντάρα, χωρισμένη σὲ ἀργύρου ψήγματα λεπτότατα, ἐσημάδευε τοῦ ποταμοῦ τὸν δρόμο περιπλεγμένη στὰ δασὰ φυλλώματα καὶ ὁμίχλης μακρύστενα κομμάτια, ξεσκλισμένα σὲ δαντελλωτὲς γλωσσίτσες, ξεφτισμένα σὲ ἄπιαστα κρόσσα, κυματιστὴ ἐσερνόταν ἐδῶ κι ἐκεῖ στὶς πλαγιές, νεράιδας νύφης ἀεροΰφαντα μαγνάδια. Ὁ κορυδαλλὸς πρῶτος ἀπὸ τὰ πουλιά, μὲ τὸ κεραμιδὶ χρῶμα του, μὲ τὸν πυραμιδωτὸ θύσανο στὸ κεφάλι, μὲ τὰ φτερὰ σταυρωτὰ καὶ τὴ σπαθωτὴ οὐρίτσα του, ἀργοπετοῦσε πασίχαρος στ᾿ ἀκροκλώναρα κιτρίνων σπάρτων καὶ χαμηλογέρνοντας τὸ κεφάλι νευρικός, ἐτόνιζε τραγούδι ἐγερτήριο στὴν κοιμισμένη φύση. Κυματιστοὺς καὶ ἀλλεπάλληλους ἔχυνεν ἀπὸ τὸ βελούδινο λαρύγγι τόνους μεταλλικούς, ὁλότρεμους, ἀντιλαλώντας στὰ πράσινα πλευρώματα τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἁρμονία. Καὶ πρῶτοι τῶν βροτῶν οἱ Καραγκούνηδες, συφάμελοι κατεβασμένοι στὰ χωράφια, μὲ τὰ καματερὰ καὶ τὰ σύνεργά τους· μὲ τοῦ ὕπνου τὴν κούραση καὶ τῆς συνειδήσεως τὴν ταλαιπωρία ζωντανὴ ἐπάνω τους, ὤργωναν κι ἐσβάρνιζαν τὴ γῆ, ἄνοιγαν τ᾿ αὐλάκια κι ἔθαφταν τὸ χρυσόκλωνο ἀραποσίτι, τρυφερὰ μιλώντας στοὺς ἀλόγους συντρόφους.

– Ἔλα, τρυγωνό!... τράβα δρόμο καὶ μή μου χολοσκᾶς. Ἂν σ᾿ ἐπίκρανεν ἡ γυναῖκα μου, ἐγὼ τὴ διώχνω· σκοτώνω τὸ παιδί μου, ἂν δὲν σ᾿ ἐπότισε· κι ἂν σοῦ κράτησε ἡ μάννα μου ταγή, χρόνος νὰ μὴ τὴν εὕρη!... Στάσου ἐδῶ δά, νὰ ξανασάνῃς λίγο. Λυπᾶμαι τὰ πουλάκια σου ποὺ πλήγωσαν· λυπᾶμαι τὰ χείλια σου ποὺ μάτωσαν· λαχταρῶ σὰν βλέπω φαγωμένη τὴν πλεξίδα σου ἀπὸ τὸν βαρὺ ζυγὸ καὶ τὰ λαιμοτράχηλά σου ἀπὸ τὴν ἄγρια ζεῦλα!... Μὰ σώπα, κι ἐγὼ θὰ σὲ διπλοταγίσω τὸ βραδὶ καὶ δίπλα σου θὰ βάλω τὴν Καρελωμμάτα ἃ δροσολογιέσαι ὅλη τη νύχτα... Τράβα τώρα καὶ μὴ μοῦ χολοσκᾶς!...

Καὶ στὸ βαθὺ μούγκρισμα τοῦ βωδιοῦ, στὸ κυματιστὸ χλιμίνρισμα τ᾿ ἀλόγου, στοῦ βουβαλιοῦ τὸν ἀργὸ μυκηθμὸ καὶ στοῦ γαϊδάρου ἀκόμη τὸ τραχὺ γκάρισμα, πιστεύοντας πὼς βρίσκει εὐγνωμοσύνης ἀπάντηση, σκύφτει καὶ φιλεῖ τὸ χτῆνος του ὁ Καραγκούνης μὲ τρυφερότητα καὶ στοργή, ὅση δὲν ἐφίλησε τὴ γυναῖκα τὴν πρώτη νύχτα τοῦ γάμου του.

Στὴ δύση, ἀνάμεσα σὲ μιὰ διχαλωτὴ κορφή, ἐπάνω ἀπὸ τὴ θεοσκότεινη σχισματιὰ τῶν Τεμπῶν, ὁ αὐγερινὸς ἀχτινολουσμένος τρέμει ἐμπρὸς στὴν παρουσία τοῦ ἥλιου, ὅπως τρέμει μετάλλου φύλλο ἐμπρὸς στὴν ἀνίκητη δύναμη τοῦ μαγνήτη. Καὶ στὴν ἀνατολή, πίσω ἀπὸ τὰ μολυβένια νερὰ καὶ τὶς πολύκαρπες γλῶσσες τῆς Χαλκιδικῆς καὶ πίσω ἀπὸ τὴν πυραμιδωτὴν ἀγριόπετρα τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ἀναλαμπὴ αἱματένια σημαδεύει τὴν πρωτοπορία τῶν Ὡρῶν καὶ γελᾷ ἡ Αὐγὴ κροκόπεπλη, ἐνῷ τῶν πυρίνων ἀλόγων τὰ νύχια τρίβουν τὴ στουρναρόπετρα καὶ ἀνεβαίνουν μέσα σὲ ποταμοὺς μεθυστικοῦ σέλαος.

– Ἄ, σιχτίρ! ἔκραξεν ὁ τελωνοφύλακας ἀγαναχτισμένος γιὰ τὸν ἐρχομὸ τῆς ἡμέρας. Ἄδικα πῆγεν ὁ κόπος μου!...

Ἀπὸ τὶς τόσες ὀμορφιὲς τῆς ἀνατολῆς καμμιὰ δὲν εὕρισκε χάρη στὴν ψυχὴ τοῦ Βαλαχᾶ. Καὶ ὄχι γιατ᾿ ἦταν ἀναίσθητος. Ἄνθρωπος, ποὺ ἀγαπᾷ τὸ κρασί, τὰ τραγούδια καὶ τὸν ἔρωτα, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ αἰσθάνεται ὅλες της φύσεως τὶς ὀμορφιές. Ἄλλως τε ἦταν ἀπὸ τόπο, ποὺ τὸ αἴσθημα εἶνε τὸ κυριώτερο χαρακτηριστικὸ τῶν κατοίκων. Ἀλλ᾿ ὁ Βαλαχᾶς εἶχε τώρα μία ἰδέα στὸν νοῦ του. Καὶ ἦταν ἔτσι ἀπὸ τὴ φύση πλασμένος, ποὺ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἰδῆ καὶ νὰ αἰσθανθῆ τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν ἰδέα του. Ἐσυλλογιζόταν πὼς ἄδικα ἔχασε τὸν ὕπνο κι ἐκακοπάθησεν ὅλη τη νύχτα. Ἂν τουλάχιστον ἐρχόνταν οἱ λαθρέμποροι, ἂν τοὺς ἔπιανε –καὶ θὰ τοὺς ἔπιανε βέβαια– κάτι θὰ ἐκέρδιζε καὶ αὐτός.

Ὁ Πέτρος Βαλαχᾶς, ἂν κι ἐξετοπίσθηκεν ἀπὸ τὴ Γλαρέντσα, ὅπου ἐγνώριζε πρόσωπα καὶ πράγματα, δὲν ἔχασεν οὔτε τοῦ μυαλοῦ του τὴν ἐφευρετικότητα, οὔτε τὴν ὄρεξη γιὰ τ᾿ ἄνομα κέρδη. Μάλιστα ἐδῶ ἀνάπτυξε μεγαλείτερη ἐπιδεξιοσύνη κι αἰσθανόταν ὄχι πλέον ὄρεξη, ἀλλὰ βουλιμία. Ἀφοῦ ἦταν καταδικασμένος νὰ ζῇ σὲ τέτοιους τόπους καὶ μὲ τέτοιον κόσμο, ἔπρεπε τουλάχιστον νὰ κερδίζῃ χιλιαπλάσια ἀπ᾿ ὅσα ἐκέρδιζε στὴ Γλαρέντσα. Δὲν ᾖρθε γιὰ νὰ τακίζῃ τὰ κέρατά του ἄδικα! Εἶχεν ἄλλως τὲ καὶ στάδιον ἐνεργείας ἀπέραντον ἐδῶ. Ἡ Θεσσαλονίκη δὲν ἀπέχει περισσότερον ἀπὸ τρεῖς-τέσσερες ὧρες καὶ τὰ ἐμπορικὰ εἴδη εἶνε φτηνότατα καὶ τ᾿ ἀκρογιάλια δὲν ἔχουν τελωνοφυλάκους, οὔτε ἡ θάλασσα ἀτμοτελωνίδες. Τὰ τρεχαντήρια καὶ τὰ γολετάκια γλυκαρμενίζουν ἀνεμπόδιστα καὶ μεταφέρνουν, ἀπὸ τὰ Μακεδονικὰ παράλια στὰ Θεσσαλικά, ὅλα τὰ εἴδη ἀτελώνιστα. Δὲν ἐχρειαζόταν παρὰ μυαλὸ νὰ ἔχῃ κανεὶς καὶ καλὴ συνείδηση γιὰ νὰ ὠφεληθῆ, ὅσον ἤθελε. Καὶ μυαλὸ δὲν ἠμποροῦσε ν᾿ ἀρνηθῆ κανεὶς στὸν Βαλαχᾶ. Ὅσο γιὰ συνείδηση, αὐτὴ κοιμᾶται ἀξύπνητη ἀπὸ καιρὸ σ᾿ ὅλα τὰ πατριωτικὰ στήθη τοῦ ἔνθους. Κι ἐπὶ τέλους μήπως ἔκλεφτε κανένα! Τὸ Δημόσιο δὲν θὰ ἐζημιωνόταν καὶ τίποτε, ἂν εἴσπραττε μερικὲς χιλιάδες δραχμὲς ὀλιγώτερες. Ἄλλως τὲ μήπως αὐτὸς θὰ ἔφτιανε τὸ Ῥωμαίικο!...

Ὁ Βαλαχᾶς, πρὶν λάβη τὸ ἔγγραφο τοῦ προϊσταμένου του, ἤξευρε τὸ λαθρεμπόριο ποὺ θὰ ἔβγαινεν ἐκείνη τὴ νύχτα. Ὁ περατάρης τοῦ Ποταμοῦ τὸν εἶχεν εἰδοποιήση ἀπὸ πρίν. Γιὰ τοῦτο δὲν ἠθέλησε νὰ συνεννοηθῆ καὶ μὲ τὸν σταθμάρχη τῶν Τεμπῶν. Τί τὸν ἤθελεν ἐκεῖνον τὸν παλιοτσολιά! Ἠμποροῦσε νὰ πάρη στὰ σωστὰ τὴν ὑπερεσία καὶ νὰ πιάση τὸ λαθρεμπόριο· νὰ κάμῃ φτωχοὺς ἀνθρώπους νὰ σαπίσουν στὴ φυλακή. Ἐκεῖνοι θαλασσοδέρνονται καὶ κινδυνεύουν γιὰ νὰ βγάλουν τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν τους!... Ἄλλως τέ, καὶ ἂν ἐσυμφωνοῦσε μαζί του, τὸ κέρδος θὰ ἐμοιραζόταν στὴ μέση. Καὶ δὲν ἐννοοῦσεν ὁ Βαλαχᾶς νὰ δώση μερδικὸ σὲ κανένα!... Γιὰ τοῦτο ἔμεινε μόνος καὶ ἄγρυπνος ὅλη τη νύχτα. Ἀλλ᾿ ὅσο καὶ ἂν ἐτέντωνε τ᾿ αὐτιά, ὅσο καὶ ἂν προσήλωνε τὰ μάτια, οὔτε κρότο κουπιῶν ἄκουε, οὔτε πανὶ ἔβλεπε πουθενά. Καὶ τώρα, ἀνήσυχος ἀπὸ τὴν προσδοκία, ἀπὸ τὴν ἀγρύπνια ἀφανισμένος, χλωμός, νοτισμένος ἕως τὸ μεδοῦλι ἀπὸ τὴν αὐγινὴ δροσιά, ἐβύθιζε τὰ μισόσβυστα βλέμματά του στὰ γνώριμα σημάδια τοῦ ὁρίζοντα, σὰν πεινασμένο γεράκι, ποὺ ἀπόστασεν ἀγναντεύοντας τρυφερὸ κυνῆγι.

Ἐμπρὸς στὰ πόδια τοῦ τὸ νερὸ κινεῖται μόλις, μόλις ξεσπᾷ καὶ φλοισβίζει χιλιόκροσσο, νοτίζει τὸν γειτονικὸν ἄμμο δαντελλωτά, μὲ ἀφροὺς σπιθοβόλους τὸν σκεπάζει καὶ ρᾴθυμο πάλι στριφώνεται καὶ πισωδρομεῖ συνεπαίρνοντας χαλίκια καὶ πετράδια στοὺς κόρφους του. Κι ἐπάνω ἡ ἐπιφάνειά του στρωτή, μονοκόμματη, μὲ παλμοὺς καὶ θαμπὴν ἀνταύγεια καὶ ὑγρὸν ἀχνὸν ἀναλυμένου μετάλλου, χωνεύει μέσα στοὺς ἀτμούς, ποὺ πυκνοὶ κάθονται ἀπ᾿ ἄκρη σ᾿ ἄκρη στὸν κόρφο. Ὁ ἥλιος μὲ τὶς ἀχτίνες τοῦ φλογίζει τῶν ἀτμῶν τὸν σωρὸ καὶ ἡ ἀέρινη πυρκαϊὰ τινάζει τὴν ἀναλαμπὴ τῆς πέρα, στοῦ ποταμοῦ τὰ νερὰ καὶ τοῦ κυμάτου τοὺς ἀφρούς· στὸν ξανθὸν ἄμμο τῆς ἀκρογιαλιᾶς καὶ τὴν πράσινη βλάστηση τῶν βουνῶν· στὰ δαντελλωτὰ ξεσκλίδια τῆς ὁμίχλης καὶ τ᾿ ἀσπρουδερὰ χωράφια τῶν Καραγκούνηδων· στοῦ κορυδαλλοῦ τὸ πούπουλο καὶ τῶν χτηνῶν τὴν τρίχα, ὡς ποὺ πυκνώνεται ἡ ἔκτασις ὅλη ἀπὸ μόρια χεροπιαστὰ πορφύρας καὶ βύσσου.

– Ἅ, σιχτίρ! ἐσυχνοψιθύριζεν ὁ Βαλαχᾶς ἀνήσυχος.

Ἀλλ᾿ ἔξαφνα κρότος τῶν κουπιῶν, κουφὸς ἀντήχησε στ᾿ αὐτιά του καὶ εἶδε μέσα στοὺς ροδοκόκκινους ἀτμούς, σὰν σκιαγραφία, ἕνα τρεχαντήρι ξυλάρμενο. Μόλις ἐπρόφθασε νὰ κρυφθῆ πίσω ἀπὸ μία βουρλιά, καὶ βάρκα τετράκουπη, βαρυφορτωμένη ἐκάθισε στὴν ἄμμο τοῦ γιαλοῦ.

– Ποιός!... ἐφώναξεν ὁ Βαλαχᾶς μὲ αὐστηρὴ φωνὴ μέσ᾿ ἀπὸ τὸν κρυψώνα του.

– Ψωφολόγα κι ἔννοιά σου· ἀπάντησε μὲ σαρκασμὸ ἕνας ἀπὸ τοὺς λαθρεμπόρους.

– Τί μάτα;

– Οἱ Ὀβρηὲς αὐγάτισαν, οἱ Χριστιανὲς ἀκρίβηναν· οἱ Τούρκισσες ἔτσι κι ἔτσι.

Ὁ λαθρέμπορος, ἐνῷ ἐξεφόρτωνε μὲ τοὺς συντρόφους τὴ βάρκα κι ἔρριχναν τὰ μεστωμένα σακκιὰ μέσα στοὺς λάκκους, ἐμιλοῦσε καὶ μὲ τὸν τελωνοφύλακα στὴ συνθηματικὴ γλῶσσα τους. Τοῦ ἔλεγε πῶς οἱ καφέδες ἐπερίσσεψαν στὴ Θεσσαλονίκη· οἱ ζάχαρες ἀκρίβηναν καὶ τὰ καπνὰ ἦσαν μέτρια. Κι ἔξαφνα, κοιτάζοντας περίγυρα ἀνήσυχος, ἐρώτησε:

– Ὁ γερανὸς δὲ φάνηκε;

– Ἦρθε στὰ σύθαμπα· ἀποκρίθηκε ὁ Βαλαχᾶς· τώρα βρίσκεται στὸ γεφύρι καὶ ταγίζει τὸν τσολιά.

– Οἱ ρόδες ᾖρθαν; Τὰ καμπανέλια πέρασαν;

– Ἀπόψε φτάνουν.

Λαθρέμποροι καὶ τελωνοφυλάκοι ἐσυνεννοήθηκαν γιὰ καλά. Γερανὸς ἦταν ὁ περατάρης τοῦ ποταμοῦ· παλιοτσολιᾶς ὁ σταθμάρχης τῆς γέφυρας· ρόδες καὶ καμπανέλια τὰ κάρα καὶ τὰ μουλάρια, ποὺ θὰ ἐμοίραζαν στὴ θεσσαλικὴ γῆ, πεδινὴ καὶ ὀρεινή, τ᾿ ἀτελώνιστα ἐμπορεύματα. Τώρα ἦσαν ἕτοιμοι νὰ χωρισθοῦν, μὲ τὴν πεποίθηση πῶς κανένα δὲν εἶχαν μάρτυρα παρὰ τὴν ἄψυχη περίγυρά τους φύση. Ἔρριχναν τοὺς τελευταίους σωροὺς τοῦ ἄμμου ἐπάνω στοὺς κρυψῶνες, ὅταν ἔξαφνα τουφεκισμὸς ἀντήχησε κι ἐφάνηκαν γοργοπηδώντας τὰ θυμάρια δυὸ εὐζῶνοι, μὲ τὸν σταθμάρχη ἐπὶ κεφαλῆς ἀρειμάνιον. Ὁ περατάρης δὲν κατώρθωσε, φαίνεται, νὰ πείση τὸν τραχὺν ὀρεινὸ γιὰ νὰ κάμῃ στραβὰ μάτια, εἴτε κι ἐπρόσφερε λιγώτερα ἀπ᾿ ὅσα ἐζητοῦσε, κι ἐρχόταν τώρα ἐκεῖνος νὰ συλλάβη τοὺς λαθρεμπόρους. Ἀλλ᾿ αὐτοὶ ἦσαν μαθημένοι ἀπὸ τέτοιες ἐξαφνικὲς προσβολὲς καὶ δὲν ἔχαναν εὔκολα τὴν ἀταραξία τους. Ὅσο κι ἂν ἔτρεχαν οἱ εὔζωνοι, ἐκεῖνοι ἐπήδησαν στὴ βάρκα καί, λαμνοκοπώντας, ἐχώνεψαν στῆς ὁμίχλης τοὺς ἀτμούς, πρὶν ἀκόμα οἱ διῶχτες τοὺς καταφθάσουν στὴν ἀκρογιαλιά.

Ὁ Βαλαχᾶς στὴν ἐξαφνικὴν ἐκείνη ἐπιδρομὴ καὶ τὸν ντουφεκισμὸ ἔμεινε μισολιπόθυμος στὴ θέση του. Τὰ μέλη τοῦ ὅλα ἐπάγωσαν καὶ δὲν αἰσθανόταν, ἂν ἀποτελοῦσαν μέρος τοῦ σώματός του. Ἢ καλύτερα δὲν αἰσθανόταν, ἂν εἶχε καθόλου σῶμα. Ἀδιαφορία τὸν ἐκυρίεψε καὶ δὲν ἐγνώριζε οὔτε ποὺ εὑρισκόταν, οὔτε γιατί εὑρισκόταν ἐκεῖ. Τὰ μάτια τοῦ ὀρθάνοιχτα, γυαλιστερά, ἄψυχα, ἐκοίταζαν τὸν ἄμμο καὶ τὴν ἀγριάδα, ποὺ ἅπλωνε δίχτυ καταπράσινο ἐμπρός του, χωρὶς νὰ μεταδίνουν στὴν ψυχὴ τοῦ τίποτε. Σταματισμένος ὁ νοῦς του, καμμιὰ δὲν ἔκανε σκέψη, ἂν ἔπρεπε νὰ μείνη ἐκεῖ κρυμμένος ἢ νὰ πεταχτὴ ἐναντίον τῶν λαθρεμπόρων, φρουρὸς ἄγρυπνός του Δημοσίου καὶ κυνηγὸς τῶν καταχραστῶν.

Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐντελῶς ἐσυνῆρθεν ὁ Βαλαχᾶς, δὲν ἦταν σὲ θέση ἀκόμη νὰ σκεφθῆ τί νὰ κάμῃ. Ἐδοκίμασε νὰ σηκωθῆ ἀπ᾿ ἐκεῖ, νὰ κινήση τὰ μέλη του· ἀλλὰ δυσθυμία τὸν εἶχε κυριέψει καὶ ἀτονία μεγάλη. Ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ ὅμως ἄρχιζε νὰ γίνεται καθαρώτερος ὁ νοῦς, ἡ συνείδησις νὰ ξαναέρχεται κι ἔξαφνα, σὰν φριχτὴν εἰκόνα, εἶδεν ἐμπρός του καὶ τοὺς λαθρέμπορους καὶ τοὺς εὐζώνους καὶ τὸν ἑαυτὸ τοῦ ἐκεῖ χωμένον, πίσω ἀπὸ τὴν πυκνὴ βουρλιά. Τρόμος τὸν ἐκυρίεψε μήπως οἱ στρατιῶτες τὸν εἶδαν κοιτάμενον ἐκεῖ κι ἐμάντεψαν τὴν ἐνοχή του. Ἀργὰ καὶ φυλαχτά, κρατώντας τὴν ἀναπνοή του, ἐσήκωσε τὸ κεφάλι ἀνάμεσ᾿ ἀπὸ τὰ βοῦρλα νὰ ἰδῆ περίγυρα.

Ὁ Χορτιάτης, τῆς Θεσσαλονίκης τὸ βουνό, ἔχυνεν ἄγρια τὸν ἀέρα καὶ οἱ ἀτμοὶ τῆς αὐγῆς κατατρεγμένοι, μόλις ἠμπόρεσαν νὰ κατακαθίσουν στὶς λαγκαδιὲς καὶ τὶς κοιλάδες τῶν Μακεδονικῶν βουνῶν, ὅπου ἐποίκιλλαν τὴν κρασογάλαζη πλευρά τους μὲ τὶς σταχτιὲς τουλοῦπες τους. Ἡ θάλασσα ἔσπρωχνε μεγάλα τὰ κύματα στὴν ἀκρογιαλιὰ καὶ ἀτμόπλοιο τρικάταρτο, ποὺ ἔμπαινε στὸν κόρφο, τὸ ἐκυλοῦσε καὶ τὸ ἐσυγκλόνιζε σὰν καρύδι κι ἐκυνηγοῦσε τὰ καράβια πρὸς τ᾿ ἀνοιχτὰ πελάγη μὲ πεῖσμα. Ὁ ἥλιος ὦρες μόνον ἤθελε νὰ βασιλέψῃ. Ὁ Κίσσαβος καὶ ὁ Ὄλυμπος ἔρριχναν γιγάντιον τὸν ἴσκιο τους κι ἐθάμπωναν τὴν πρασινάδα τῶν φυτῶν κι ἔβαναν ἀνεπαίσθητα στὴ συνείδηση τῶν πουλιῶν καὶ τῶν μαμουδιῶν τὸ αἴσθημα τοῦ ὕπνου καὶ τῆς ἀσφάλειας. Οἱ Καραγκούνηδες ὅμως ἀκόμη στὸ ξέφωτο ἀνάγκαζαν τὰ χτήνη στὴν ἐργασία κι ἐφρόντιζαν νὰ κεντήσουν τὴν προθυμία τους μὲ ὑποσχέσεις καὶ γλυκομιλήματα:

– Δούλευε, ντορή μου, κι ἔννοιά σου! Ἂν δώση ὁ Θεὸς καὶ πάει τὸ καλαμπόκι καλά, θὰ σοῦ πάρω ἀπ᾿ τὸ πανηγύρι κάτι λουριά, ποὺ νὰ μὴν τὰ φόρεσε ἄλλος στὸν κόσμο! Χάντρες κόκκινες στὴ λαιμαργιὰ καὶ ἀστέρια κίτρινα στὴν καπιστράνα καὶ ἴγγλα στὸ μετάξι κεντημένη... Καὶ τότε νὰ ἰδῆς τὴ φοράδα τοῦ Μπιρμπίλη, πῶς θὰ ξεροσταλιάζῃ γιὰ τ᾿ ἐσένα! Δούλευε, ντορή μου, κι ἐγὼ ἔχω τὴν ἔννοιά σου!...

Ὁ Βαλαχᾶς εἶδε τέλος στὸ λάκκο, ποὺ εἶχαν θάψει πρὶν οἱ λαθρέμποροι τὰ πράγματά τους, ξαπλωμένους τοὺς δυὸ εὐζώνους νὰ κοιτάζουν πρὸς τὴ θάλασσα καὶ νὰ τραγουδοῦν. Ὁ σταθμάρχης βέβαια ἐπῆγε νὰ εἰδοποιήση τὸν τελώνη γιὰ τὸ κατόρθωμά του. Ὁ Βαλαχᾶς ἐσκέφθηκε ἀμέσως πῶς τὸ καθῆκον τοῦ ἦταν νὰ φανῆ ἐκεῖ. Τί δικαιολόγηση θὰ εὔρισκεν, ἂν ὁ τελώνης τοῦ ἐζητοῦσε λόγο, γιατί δὲν ἄκουσε τὶς ὁδηγίες του; Ἀλλὰ τόσην αἰσθανόταν κούραση στὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή, ὥστε ἀποφάσισε νὰ γυρίση ὅπως-ὅπως στὸ Νυχτερέμι καὶ ν᾿ ἀφήση τὴν τύχη νὰ κάμῃ τὸ χρέος της. Ὅταν ὅμως ἐδοκίμασε νὰ σηκωθῆ, εἶδεν ὅτι δὲν ἦταν ἱκανὸς οὔτε βῆμα νὰ κάμῃ. Τὰ ροῦχα τοῦ μολύβι ἐβάραιναν ἐπάνω του. Τὰ θηλυκωμένα κουμπιὰ ἕσφιγγαν σὰν μάγγανα τὸ στῆθος του. Τὰ σπαθόλουρα τοῦ ἔφερναν πόνους στὸ τουμπανιασμένο στομάχι. Κάτι τί ἀόριστο καὶ ὅμως ἀληθινό, σὰν ἐσωτερικὴ αὔρα εἴτε σὰν κῦμα αἱμάτου, ἄρχισε ν᾿ ἀναβαίνη ἀπὸ τὸ στῆθος στὸν λαιμὸ καὶ νὰ ρίχνεται πλημμύρα στὸ κεφάλι του. Φόβοι λιποθυμίας τοῦ ᾖρθαν στὸν νοῦ καὶ βιαστικὸς ἐξεθηλύκωσε τὰ κουμπιά, ἐξεζώσθηκε τὰ σπαθόλουρα, ἐτίναξε πίσω πίσω τὸν μανδύα του καὶ ἄνοιξε τὸ στόμα νὰ πάρη ἐλεύθερον ἀέρα. Κι ἐπειδὴ τὸν ἕνα εὔζωνο εἶδε νὰ σηκωθῆ ἀπὸ τὴ θέση του καὶ νὰ βηματίζῃ στὴν ἀκρογιαλιά, ὁ τρόμος, μήπως πλησιάση ἐκεῖ, τὸν ἔκαμε νὰ συρθῆ τρελλὸς ἀνάμεσ᾿ ἀπὸ τὶς βουρλιὲς σὰν φίδι, νὰ ριχθῆ στὴν ποταμιά, νὰ περάση στὰ χωράφια καὶ νὰ φθάση ἀργὰ στὸ χωριό.

Ἀλλ᾿ ἐκεῖ μεγάλα πράγματα εἶχαν γίνει κατὰ τὴν ἀπουσία του.

Ὁ Τζιριτόκωστας, μόλις ἄφησε τὸ σπίτι τῆς Κρουστάλλως, ἔτρεξεν ἀμέσως νὰ κρυφθῆ στὸν ἀχυρῶνα του. Κι ἐκεῖ, κάτω ἀπὸ τὸ κόκκινο φῶς ἑνὸς κεριοῦ, ἐνῷ τὸ χωριὸ ἐβυθιζόταν στὸν ὕπνο καὶ τὴ νύχτα, ἄγρυπνος αὐτὸς ἄνοιξε τὰ σακκούλια του νὰ ἰδῆ καὶ ν᾿ ἀπολάψη τὰ κέρδη του. Ἁρπαχτικὴ ἀνατριχίλα ἐπάγωνεν ἀπ᾿ ἄκρη σ᾿ ἄκρη τὸ σῶμα του· ἀχόρταστη λαχτάρα ἐτυραννοῦσε τὴν ψυχή του. Τὰ χέρια του μὲ τρέμουλα ἔπιασαν τὰ σχοινιὰ τοῦ σακκουλιοῦ καὶ τὰ μάτια τοῦ ὀρθάνοιχτα, φλογισμέν᾿ ἀπὸ τὴν προσδοκία, ἐφαίνονταν πῶς ἤθελαν νὰ κατακάψουν μὲ τὴ λάμψης τοὺς τὰ πανιά. Ἕνα με τ᾿ ἄλλο ἄπλωσεν ὁ ζητιάνος στὸ ἄχυρο ἐπάνω δυὸ ὁλοκαίνουργα, γαϊτανοκεντημένα σαλβάρια ἀπὸ μαύρη τσόχα· ἕνα γυναίκειο πουκάμισο μὲ χρυσογάζωτη τραχηλιὰ καὶ πλατυκεντημένον ἀπὸ κοκκινοπράσινο γνέμα ποδόγυρο· δυὸ κεφαλόδεσμους οὐγιωτοὺς μὲ χοντρὴ οὔγια καὶ κρόσσα τρισπίθαμα· ἄλλους δυὸ κεφαλόδεσμους ὁλομέταξους, γυαλιστεροὺς καὶ μαλακούς, μὲ χρυσοκλωνοκέντητες ἄκρες καὶ κρόσσα χρωματιστά· μία φουστανοποδιὰ μάλλινη πυκνοκεντημένη καὶ μαλλοκροσσάτη· δυὸ πισκίρια στενὰ καὶ μακρύτατα, ποὺ ἠμποροῦσε νὰ σκεπάσουν τὰ γόνατα δώδεκα τραπεζοκαθισμένων. Ἔβγαλεν ἀκόμη ἕνα πιτούρι κι ἕνα πισιλὶ ἀπὸ γαλάζιο πανί· ἕνα ζουνάρι καὶ ἄλλα χίλια μύρια τῶν Καραγκούνηδων τὰ γιορτινὰ ἀλλαξίμια καὶ τῶν γυναικῶν τὶς πολύτιμες ἁρματωσές. Τὸ φῶς τοῦ κεριοῦ ζηλότυπο ἒπεφτ᾿ ἐπάνω τοὺς κι ἔκανε ν᾿ ἀναδίνουν χρωματιστὲς λάμψεις τὰ χρυσογάιτανα καὶ ν᾿ ἁβροφέγγουν τὰ μεταξωτὰ καὶ νὰ μαρμαίρῃ τὸ ροῦχο τὸ ἄβαλτο, ποὺ ἥλιος δὲν τὸ χτύπησεν ἀκόμη καὶ ἀέρας δὲν τὸ ἔδειρε καὶ βροχὴ δὲν τὸ νότισε. Καὶ ἀπὸ τὸ σύνολον τοῦ σωροῦ ἐκείνου κάποια τρυφεράδα ἐπλανόταν ἀόρατη κι ἐχυνόταν περίγυρα μοσχοβόλημα λεβάντας καὶ ρούχων ἀνάμικτο, ποὺ ἔδειχνε μὲ πόση λαχτάρα καὶ φροντίδα ἦσαν φυλαγμένα στ᾿ ἄδυτα τοῦ σπιτιοῦ, κειμήλια τῆς οἰκογενείας, τὰ πράγματα ἐκεῖνα καὶ τί εὐαίσθητη χορδὴ τῶν γυναικῶν ἔθιξεν ἐπιτήδεια ὁ ζητιάνος, γιὰ νὰ κατορθώση νὰ τὰ φέρῃ στὴν κατοχή του!

Ὁ Τζιριτόκωστας τὰ ἔβλεπε κι ἐγελοῦσε. Στὸν νοῦ τοῦ ἐκλωθογύριζε τὴν ἀξία τους καὶ τῶν ἀνθρώπων τὴν ἀπίστευτη εὐκολοπιστία.

– Νὰ χαθοῦν τὰ ζωντόβολα! ἐψιθύρισε· τίποτε δὲν ἔχουν. Καὶ μὲ περιφρόνηση δῆθεν ἔπιασεν ἕνα-ἕνα νὰ τὰ ρίξη πάλι στὰ σακκούλια του. Ἀλλ᾿ ὅταν ἔπιασε τὰ πράγματα τῆς Κρουστάλλως, ἐστάθηκε συλλογισμένος καὶ κάπως ἀνήσυχος. Ἐδῶ δὲν ἦταν παῖξε-γέλασε. Ἡ σκόνη, ποὺ τῆς ἔδωκε, ἤθελε προσοχή. Ἀληθινὰ ἐπῆρε τὰ μέτρα του. Ἂν ἀκολουθοῦσε πιστὰ τὶς παραγγελίες του, δὲν θὰ ἦταν τίποτε. Ἡ χωριάτισσα εἶχε γερὸ σῶμα· λίγο αἷμα καὶ λίγα κοψίματα καὶ οὔτε ἦταν, οὒτ᾿ ἐφάνηκε πλέον! Ἀλλ᾿ ἂν ἡ Κρουστάλλω, μὲ τὴν ἀποστροφὴ ποὺ εἶχε στὰ θηλυκά, ἐβιαζόταν νὰ φθάση τὸ ποθητόν της! Ἂν ἔπαιρνε γιὰ γοργότερη ἐνέργεια καὶ γιὰ τελιότερη μεταλλαγὴ καὶ τὶς τρεῖς σκόνες μαζί! Καὶ τὸ χειρότερο, ἂν δὲν εἶχε τὴν ὑπομονὴ νὰ περιμένῃ ἕως τὴν ἡμέρα ποὺ τῆς ὤρισεν, ἀλλ᾿ ἄρχιζεν αὔριο, εἴτε καὶ ἀπόψε, τότε τί θὰ ἐγινόταν; Αὐτὸς ὤρισε τὴν Πέφτῃ γιὰ νὰ λάβη καιρὸ νὰ τρυγήση δυό-τρεῖς ἡμέρες ἀκόμη τὸ χωριὸ κι ἔπειτα νὰ τὸ στρίψη. Ἅμα ἔφευγε, ἂς ἔτρεχαν νὰ τὸν γυρεύουν. Ἀλλ᾿ ἂν ἀπὸ τώρα ἐρχόταν ἡ καταστροφή, ποῦ θὰ πάῃ νὰ φύγη;

– Σκούρα πάντα· ἐψιθύρισε μελαγχολικός.

Καὶ ρῖγος φόβου ἐπέρασεν ἀπ᾿ ἄκρη σ᾿ ἄκρη τὸ σῶμα του. Ἐγύρισε τὰ μάτια περίγυρα μὲ ὑποψία· ἐκόλλησε τ᾿ αὐτί του στὴν πόρτα ν᾿ ἀκούση, μήπως ἔρχονταν ἀπ᾿ ἔξω οἱ χωριάτες καταθυμωμένοι κι ἕτοιμοι νὰ ἐκδικηθοῦν τὴν ἀπάτη τους. Κρύος ἵδρωτας τὸν ἐπερίλουσε κι ἐσκέφθηκε πῶς δὲν εἶχε τίποτε ἄλλο νὰ κάμῃ, παρὰ νὰ καβαλλίκῃ τὸ γαϊδουράκι του καὶ νὰ χαθῆ τώρα, μέσα στ᾿ ἄγρια σκοτάδια τῆς νύχτας. Ἐσυμμάζεψε μὲ σπουδὴ τὰ πράγματα ἐκεῖνα ὅλα καὶ τὰ ἔρριξεν ἀνάκατα, σπρώχνοντας τὰ μέσα στὰ σακκούλια του. Ἔπειτα ἐσήκωσε κλωτσώντας ἀλύπητα τὸ γαϊδουράκι, τὸ ἐσαμάρωσε μὲ νευρικὴ γοργάδα κι ἔδεσεν ἐπάνω τὰ σακκούλια. Ἀλλ᾿ ἐνῷ ἐπήγαινε νὰ τοῦ φορέση τὴ λαιμαριὰ καὶ νὰ τὸ σύρῃ ἔξω, εἶδε πῶς ἔβαλεν ἀνάποδα τὸ σαμάρι καὶ τὸ φόρτωμα ἔγερνε νὰ πέση.

– Μπρέ, διάβολε! εἶπε χασκογελώντας· σωστὰ τἄχω ἢ μοῦ ἔφυγαν;

Καὶ τὸν ἄμετρο φόβο τοῦ ἔδιωξεν ἔξαφνα τὸ πεῖσμα καὶ ἡ ἀγανάχτησις. Τὸ ζητιάνικο αἷμα τῆς οἰκογενείας του, τὸ συνηθισμένο νὰ μὴν ἀναβράζῃ ὑπερβολικὰ στὶς βρισιές, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ νὰ παγώνῃ στὸν κίνδυνο, ἐκυμάτισεν ἀμέσως ἀπὸ τὰ ἔγκατα τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ ἐκοκκίνισε, σὰν ράπισμα, τὸ πρόσωπο. Ποῦ θὰ ἔφευγεν ὁ Τζιριτόκωστας, χωρὶς νὰ τελειώση τὸ ἔργον του! Ποὺ θὰ ἐπήγαινε χωρὶς τὸν παραγιό του! Νὰ τὸν πάρη μαζί, ἦταν ἀδύνατο. Νὰ τὸν ἀφήση ἐκεῖ, χειρότερα. Ἠμποροῦσε, πεισμωμένος γιατί τὸν ἄφησεν ἀβοήθητον, νὰ μαρτυρήση τὸ οἰκογενειακό του ὄνομα καὶ τὸν τόπο τῆς γεννήσεώς του καὶ ἀκόμη τὰ μυστικά της τέχνης τους. Κι ἔξαφνα, ἐνῷ θὰ ἔφθανε στὸ χωριό, προετοιμασμένος ν᾿ ἀπολάψη τοὺς καρποὺς τῶν κόπων του, νὰ τὸν συλλάβη ὁ ἀστυνόμος καὶ νὰ τὸν στείλη στὴ φυλακή!

Ἀλλ᾿ ἐκτὸς τούτου θὰ ἐπάθαινε καὶ σημαντικὴ ζημία, ἂν ἄφινε τὸν παραγιὸ ἐκεῖ. Ἔμεναν δυὸ μῆνες ἀκόμη γιὰ νὰ τελειώση τὸ ταξίδι. Μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ διάστημα, τί ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ μόνος του ὁ ζητιάνος; Ποιὸς θὰ τοῦ ἔσερνε τὰ σακκούλια; Ποιὸς θὰ τὸν ὁδηγοῦσε τυφλόν; Ποιὸς ἠμποροῦσε ν᾿ ἀντικαταστήση ἐκεῖνον στὰ τόσα καὶ τόσα ζητιανικὰ τερτίπια του; Καὶ τώρα μάλιστα, ἒπειτ᾿ ἀπὸ τὰ βάναυσα χτυπήματα τοῦ ἀγά, ὁ παραγιὸς εἶχε γίνει πλεὸν ἀξιολύπητος. Θὰ ἐσυγκινοῦσε τοὺς χριστιανοὺς μὲ τὴν πρώτη ματιὰ ποὺ θὰ ἔρριχναν ἐπάνω του! Δασκαλεμένος νὰ ἦταν ὁ Τοῦρκος, δὲν θὰ εἶχε τόση ἐπιτυχία στὰ χτυπήματά του. Πῶς ἠμποροῦσε λοιπὸν ν᾿ ἀφήση τέτοιο ηὔρεμα ὁ ζητιάνος;

– Ἂμ τοὺς μισθούς!... ἐσκέφθηκεν ἔξαφνα.

Ναί, ἔστω· ἠμποροῦσε μόνος του ν᾿ ἀντικαταστήση τὸν παραγιὸ στὰ τερτίπια! Θὰ ἔκανε μόνος του τὸν σακάτη· θὰ ἐγινόταν αὐτὸς παράλλαγμα. Καὶ παράλλαγμα τέλειο, μὰ τὸν Θεό! Δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰπῇ κανεὶς πῶς ὁ γερωζήτουλας ἐξέχασε τὰ παιδιάτικά του καμώματα. Οὔτε πῶς τὰ κόκκαλά του ἐξέμαθαν νὰ λυγίζουν καὶ οἱ κλείδωσές του νὰ γίνωνται ὅπως ἤθελε. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ μὴ χάση καὶ τὰ μετρητά του! Στὸν πατέρα τοῦ Μουτζούρη ἐπλήρωσε πρὶν κινήση ὁλόκληρόν του ταξιδιοῦ τὸν μισθό. Γιατί λοιπὸν νὰ χάση τοὺς δυὸ μῆνες ἄδικα; Καὶ ποιὸς ἠξεύρει, ἂν ὁ Γατσούλης δὲν ζητήσῃ καὶ ὑπέρογκη ἀποζημίωση γιὰ τὸ παιδί του;

– Ἂμ τὸ γαϊδοῦρι!... ἐψιθύρισε πάλι.

Βέβαια, τὸ γαϊδουράκι! Πῶς θὰ οἰκονομοῦσε τὸ γαϊδουράκι ὁ Τζιριτόκωστας; Ἂν ἔβγαινεν ἔτσι ἔξω, αὔριο-μεθαύριο, ἠμποροῦσε στὸν δρόμο νὰ συναπαντηθῆ μὲ τὸν πρῶτο του κύριο. Μήπως τὸν ἤξευρεν αὐτὸς νὰ προφυλαχθῆ! Καὶ τί θὰ ἐγινόταν τότε; Θὰ ἐξυλοφόρτωναν τὸν ζητιάνο, θὰ τοῦ ἔπαιρναν τὸ ζῶ καὶ θὰ τὸν ἐπήγαιναν στὴ φυλακή! Νὰ τ᾿ ἀπολύση ὅμως, νὰ τὸ χάση γιὰ πάντα δὲν ἤθελε μὲ κανένα τρόπο. Ἀπὸ τὴν ὥρα, ποὺ τὸ ἅρπαξε κι ἐκατόρθωσε νὰ τὸ κρύψη ἀπὸ κάθε περίεργο μάτι μέσα στὸν ἀχυρῶνα, τὸ ἐθεώρησε πλέον δικό του, χτῆμα τοῦ ἀναφαίρετο κι ἐλογάριαζεν ἀπὸ τώρα, πόσα θὰ τὸ ἐπωλοῦσε μεθαύριο στὸ πανηγύρι τῶν Φαρσάλων. Καὶ γιὰ νὰ τὸ βγάλη ἐλεύθερο στὸ παζάρι, χωρὶς φόβο ν᾿ ἀναγνωρισθῆ, κατόρθωσε νὰ σφάξη τῆς Κρουστάλλως τὸ ψιμάρνι. Τὸ νεφρὸ ποὺ τῆς ἐζητοῦσε μὲ τόσην ἐπιμονή, δὲν τοῦ ἦταν καὶ τόσο χρήσιμο. Γιὰ νὰ μάθη τί εἶχε μέσα στὴν κοιλιά της, δὲν ἐφρόντιζε καθόλου. Ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ τὸ μάντεμά του καὶ μὲ χίλια δυὸ ἄλλα πράγματα. Πρὸ πάντων ἤθελε τ᾿ ἄντερα τοῦ ψιμαρνιοῦ. Γι᾿ αὐτὰ μόνον ἐπύργωσεν ἐπάνω στὸν μωρὸ πόθο καὶ τὴν εὐκολοπιστία τῆς χωριάτισσας ὁλόκληρη σπλαχνομαντικῆ θεωρία. Τ᾿ ἀρνίσια τ᾿ ἄντερα, δεμένα στὰ μέλη τοῦ ζῴου ἕνα ἡμερόνυχτο, θ᾿ ἄλλαζαν μὲ τὴ σαπίλα τοὺς τὸ χρῶμα τῶν τριχῶν. Ἀπὸ καράτικο, ὅπως ἦταν, θὰ τὸ ἔκανεν ἀστεράτο καὶ ποδαλό, μὲ κορδόνι ἀπὸ ἄσπρες τρίχες στὸν λαιμὸ καὶ ἄλλες ἐμπρὸς στὸ μέτωπο καὶ κάτω στὰ πουλάκια καὶ στὰ γόνατα καὶ στὰ καπούλια ἀκόμη. Τοῦ ἔκοβε καὶ λίγο τὴν οὐρά, τοῦ ἐψαλίδιζε τὴ χήτη, τοῦ ἐκόντευε τὸ ἕν᾿ αὐτὶ καὶ τότε ἔβλεπες πῶς θὰ τὸ ἐπαζάρευε χάσκοντας ἐμπρὸς τοῦ ὁ παλιὸς ἀφέντης. Δὲν ἠμποροῦσε λοιπὸν νὰ τὸ χάση ἔτσι ἄδικα ὁ Τζιριτόκωστας!

– Μωρ᾿ δὲν τὸ κουνῶ κι ἂς γένη θάλασσα· εἶπεν ἀποφασιστικά. Νὰ φυλάξουμε ὅμως ἐτοῦτα καλοῦ-κακοῦ!

Ἥσυχος τώρα, χωρὶς συγκίνηση καὶ φόβο, μετρώντας ὅλα με ἀθάμπωτο νοῦ, ἐδιόρθωσε τὸ σαμάρι ἐπάνω στὸ γαϊδοῦρι του, ἔδεσε τὴν ἴγγλα γύρω στὴν κοιλιά· ἔρριξεν ἐπάνω τὰ σακκούλια· ἐτύλιξε κάτω τὰ νύχια τοῦ χτήνους μὲ ἄχυρο, γιὰ νὰ μὴ βαρυπατὴ καὶ σιγά, ἀνοίγοντας τὴν πόρτα, τὸ ἔσυρεν ἔξω ἀπὸ τὸν ἀχυρῶνα. Τὸ χωριὸ ἦταν βυθισμένο στὴν ὑγρασία, τὴν πάχνη καὶ τὸ μυστήριο. Ἂφων᾿ ἄλαλα τὰ πάντα. Οὔτε σκυλιοῦ γαύγισμα, οὔτε προβάτου βέλασμα, οὔτε ἀλόγου χλιμίντρισμα πουθενά. Ἡ ζωὴ στὴ νάρκη παραδομένη εἶχεν ἀφήση ὅλα στὴν ἐξουσία τῶν ἀψύχων. Μόνον τοῦ γκιώνη ἡ φωνὴ ἀπ᾿ ὥρα σ᾿ ὥρα ἀντήχαεν ἄγρια, παραπονετική, λὲς καὶ ἴδια ἡ φύσις ἐβόα τρομασμένη μέσα στῆς νύχτας τὴν ἐρημιά.

Ὁ οὐρανὸς συγνεφοσκεπασμένος, ἀπέραστος στῶν ἄστρων τὶς ἀχτίνες, ἦταν ἀόριστος σχεδόν. Ζερβόδεξα τὰ βουνά, ὁ Κίσσαβος καὶ ὁ Ὄλυμπος, ὑπέρογκα καὶ κατάμαυρα στὸ κατάμαυρον χάος ἐπυργώνονταν ἀπειλητικά. Καὶ ἀνατολικά, πρὸς τὶς ἐκβολὲς κάτω, μέσα ἀπὸ τὸ σκοτάδι, μὲ φρικαλέους κυματισμούς, ἔφθανεν ἕως ἐδῶ τὸ ἀφρισμένο πάλεμα τῶν ἀντιθέτων ρευμάτων, τῶν ποταμίσων καὶ θαλασσινῶν νερῶν, ποὺ ἐσπρώχνονταν μεταξὺ τοὺς μὲ τὴν ἴδια δύναμη καὶ τὸ ἴδιο πεῖσμα. Ἀλλ᾿ ὁ Τζιριτόκωστας, ἀδιάφορος στὰ ἐκπληχτικὰ ἐκεῖνα θεάματα καὶ ἀκούσματα, ἐπήδησε, μόλις ἐβγῆκεν ἔξω, στὸ γαϊδουράκι του καὶ μὲ τὴ φτέρνα κεντώντας τὸ ἀλύπητα ἔφθασε γρήγορα στὴν ποταμιά. Μία μεγάλη πατουλιὰ παμπάλαιη, φυσικὰ περιπλεγμένη ἀπὸ σχοίνους καὶ βατ᾿ ἀγκαθωτά, ἐψήλωνεν ἐκεῖ στὴν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ σὰν λόφος ὁλάκερος. Τὸ ἁγιόκλημα, ὁ κισσὸς καὶ ἡ ἀγράμπελη, ἀνθισμένα καὶ μοσχομύριστα ἅπλωναν ἐπάνω τῆς μανδύαν κάτασπρον καὶ δροσοπεριχυμένον. Ὁ ζητιάνος ἐπέζεψεν ἐκεῖ καὶ μὲ τὰ χοντρά του χέρια σπρώχνοντας ζερβόδεξα ἐπαραμέρισε τὶς ρίζες κι ἔχωσε μέσα τὸ κεφάλι του. Ἡ πατουλιὰ ἦταν κούφια καὶ θεοσκότεινη. Ἡμέρες ἠμποροῦσε νὰ κρυφθῆ ἐκεῖ ὁλόκληρη συμμορία λῃστῶν καὶ κανεὶς νὰ μὴ τὴν ἐνοχλήση. Ὁ Τζιριτόκωστας ηὖρε τέλος τὸ μέρος ποὺ θὰ κρύψη ἄφοβα τοὺς θησαυρούς του. Ἔπιασεν ἀμέσως ἀπὸ τ᾿ αὐτιὰ τὸ γαϊδουράκι καὶ σπρώχνοντας μὲ τὶς πλάτες τὰ κλαδιά, τέλος ἄνοιξε δρόμο καὶ τὸ ἔσυρε μέσα. Ἔπειτα ἐπῆρε καὶ τὸ σακκούλι του, τὸ ἐτύλιξε κουβάρι καὶ τὸ ἔχωσε μέσα στὰ πυκνὰ κωλορρίζα. Ἔρριξε πάλι περίγυρα ἐρευνητικὸ βλέμμα καὶ σὰν εἶδε πῶς ἀμέσως τὸ χτῆνος ἄρχισε νὰ μασᾷ μὲ ὄρεξη τὰ τρυφερὰ χαμόκλαδα, ἐβγῆκεν ἔξω, ἔκλεισε προσεχτικὰ τὴν ἐμπατή, ἐκοίταξε ζερβόδεξα σὲ μακρινὴ ἀπόσταση, μήπως εὑρισκόταν κανεὶς νὰ τὸν παραμονεύῃ καί, ἀφοῦ ἐβεβαιώθηκε γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῶν θησαυρῶν του, ἐπῆρε τὸ μπαστοῦνι καὶ τὰ σακκούλια τοῦ ἄδεια κι ἐγύρισε σύνταχα στὸ χωριό.

Οὔτε στὸ γύρισμά του ἀπάντησε κανένα. Μόνον ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ Μαγουλᾶ εἶδεν ὅμιλο σκυλιῶν νὰ γρυλλίζουν καὶ νὰ χυμοῦν ὀργισμένα ἐπάνω τὸ ἕνα στ᾿ ἄλλο, σὰν νὰ ἐφιλονικοῦσαν ὀρεχτικὸ δεῖπνο· καὶ πέρα ἀγνάντεψεν ἴσκους παράδοξους, ἀνθρώπους γυμνούς, καβάλλα σὲ φουρνόξυλα καὶ ἄλλους ν᾿ ἁπλώνουν τὰ χέρια, λὲς κι ἔδειχναν στὸν οὐρανὸ εἴτε καὶ στὸν Ἅδη θέση ὠρισμένη, γιὰ νὰ τινάξουν ἐκεῖ τοὺς κεραυνοὺς εἴτε τὴ φρίκη τους. Στὰ θεάματα ἐκεῖνα ὁ Τζιριτόκωστας ἄργησε τὸ βῆμα του. Ἐγνώρισε πῶς ὅλα ἦσαν ἔργα δικά του καὶ ὑπερηφανεύθηκε γιὰ τὴ δύναμή του. Τῶν σκυλιῶν ὁ ὅμιλος ἐκομμάτιαζε τὸ σφαχτό της Κρουστάλλως· καὶ οἱ παράδοξοι ἴσκιοι ἦσαν γυναῖκες ποὺ ἐβγήκαν νὰ κάμουν στοῦ μεσονύχτου τὴν ἄγρια προστασία τὶς μαγγανευτικὲς τοῦ ὁδηγίες.

– Φαγωθῆτε, ζωντόβολα! ἐψιθύρισε κουνώντας μελαγχολικὰ τὸ κεφάλι. Δὲν σᾶς φτάνει ἡ δυστυχία τῆς ζωῆς· θέλτε νὰ τὴν μεγαλώνετε καὶ μὲ τὰ πάθη σας!... Ποιὸς θὰ δικάση τὸ ζητιάνο, ἂν γδύση ὡς τὸ κόκκαλο τέτοια παλιοπράματα!...

Ὅταν τὴν αὐγὴ ἐξύπνησεν ὁ Τζιριτόκωστας, ἀπόρησε μὲ τὸ ἄγριο ροχαλητὸ τοῦ παραγιοῦ καὶ βιαστικὰ ἐσύρθηκε κοντά του. Ὁ Μουτζούρης τόσες ἡμέρες ἀφημένος στὴν τύχη τοῦ ἔχει φθάση στὰ ἔσχατα. Δὲν εἶνε πλέον τυλιγμένος στὰ κουρέλια του, ὅπως πρίν, ὅταν εἶχε τὸ ρῖγος. Τώρα τὰ ἐκλώτσησεν ὅλα μακρὰν καὶ ὁλόγυμνος ἐπάνω στὸ χρυσόξανθο ἄχυρο στέκει ἀκίνητος, ἀναμμένος σὰν πυρωμένο σίδερο ἀπὸ τὸν πυρετό. Ὁ δύσκολος ἀνασασμὸς βγαίνει συρίζοντας ἀπὸ τὸ στόμα του καὶ ἡ λαλιά, ἄναρθρη καὶ ἀκατάληπτη, μοιάζει μὲ ραγισμένου σημάντρου ἦχο, ποὺ θλιμμένος συντροφεύει τὸν νεκρὸ στὸν τάφο του. Τὸ σκοτισμένο πνεῦμα τοῦ σκοτισμένες βλέπει καὶ τὶς εἰκόνες, ποὺ περνοῦν συγκρατητὲς ἐμπρός του. Τὰ χέρια του, τὰ μισοξυλιασμένα καὶ κατάξερα δάχτυλά του, ἁπλώνονται ἐδῶ κι ἐκεῖ, γιὰ νὰ συλλάβουν ἀνύπαρκτα φαντάσματα καὶ πάλι ξαναπέφτουν ἄτομα καὶ ἀκυβέρνητα. Ξερὸ τὸ στόμα καὶ ἡ γλῶσσα, δείχνει τὴ λάβρα τὴν κακή, ποὺ καίει μέσα στὰ σπλάχνα του. Τὸ δύσκολο ἀνάδεμά τους λέγει τὴ δίψα τὴν ἄσβυστη ποὺ τὸν τυραννεῖ· καὶ τὸ θλιμμένο χαμόγελο, φανερώνει ἀβασίλευτη τὴν ἐλπίδα μέσα του. Νερὰ κρουσταλλένια καὶ δροσερὰ περιλούζουν τὴ ρᾴθυμη φαντασία του. Γοργὰ ποτάμια κατρακυλοῦν καὶ ἀντιβογγοῦν στὴν ἀκοή του. Κατάκρυες σταλαγματιὲς κυλοῦν πρασινοκόκκινες ἐμπρὸς στὴν ὅρασή του. Καὶ ὁ πόθος τοῦ ὁ φλογερός, στὴ βέβαιη ἀπόλαυση, φανερώνεται μὲ ἱλαρὸ φῶς στὸ πρόσωπό του ἐπάνω, καὶ τὰ χείλη ἀργοκινοῦνται ἀνυπόμονα στὴν προσδοκία τῆς δροσιᾶς.

– Ρὲ Μουτζούρη· ρέ, μίλα τ᾿ ἔχεις; Ἐγώ ῾λεγα πὼς χωράτευες. Ρὲ Μουτζούρη, μίλα!... εἶπε μὲ μισοκομμένη φωνὴ ὁ ζητιάνος.

Ἀλλ᾿ ἀντὶ νὰ τοῦ μιλήσῃ ὁ παραγιός, ἐξακολουθοῦσεν ἀκίνητος, ἀπαθής, νὰ ροχαλίζῃ τὸ ὑγρὸ καὶ ἀπελπιστικὸ ροχαλητό του καὶ νὰ τὸν κοιτάζῃ μὲ τὰ ὁλάνοιχτα τὰ ναρκωμένα μάτια του. Ὁ Τζιριτόκωστας ἐτρόμαξε, μόλις εἶδε τὰ κατάψυχρα ἐκεῖνα μάτια τόσο πεισματικὰ κολλημένα ἐπάνω του. Κρύος ἵδρωτας ἐπερίλουσε τὸ κορμί του ἀπὸ τὰ νύχια ἕως τὴν κορφή. Γιατί τάχα τὸν ἐκοίταζεν ἔτσι ὁ παραγιός! Μήπως ἤθελε νὰ τὸν μαλώση ποὺ ἐσκέφθηκε νὰ τὸν ἀφήση ἐκεῖ καὶ νὰ φύγη; Ἀλλὰ νὰ ποὺ δὲν τὸ ἔκαμε! Ἔτσι τὸ ἐσκέφθηκε· χωρατὰ νὰ τὸ κάμῃ. Μήπως ἤθελε νὰ τοῦ εἰπῇ πῶς ἐξ αἰτίας τοῦ ᾖρθε σ᾿ ἐκείνη τὴν κατάσταση! Ἀλλὰ ποιὸς τοῦ ἔφταιγε; Τέτοια ἦταν ἡ δουλειά τους. Ἂς τὸ εἰπῇ τοῦ πατέρα του ποὺ ἐπῆγε καὶ τὸν ἐνοίκιασε. Ἂν δὲν ἔκανεν ἔτσι, δὲν θὰ τὸν πλήρωνε, βέβαια, τόσον ἀκριβά. Ἢ μήπως ἤθελε νὰ τοῦ ζητήση μερδικὸ σ᾿ ἐκεῖνα, ποὺ ἐσύναξε χθὲς ἀπὸ τὶς γυναῖκες ποὺ ἔκρυψε στὴν πατουλιά! Ἅ! αὐτὸ δὲν γένεται· αὐτὸ δὲν γένεται μὲ κανένα τρόπο!

– Νὰ σώβγῃ ἀπὸ τὸ νοῦ! ἐφώναξε δυνατά.

Ἀλλὰ τὸ ξαφνικὸ ἐκεῖνο καὶ ἀσυνείδητο ξεφώνημα, συντροφιασμένο μὲ τὸ ροχαλητὸ τοῦ Μουτζούρη, ἀντήχησε φρικτὸ μέσα στὸν ἀχυρῶνα. Ὁ ζητιάνος ἀνατρίχασεν ὁλόκορμος κι ἔστριψε γύρω τὰ μάτια τοῦ φοβισμένα, νὰ μάθη πούθε ἐβγῆκεν ἡ φωνή. Πίσω, στοὺς ὤμους ἐπάνω καὶ τὰ λαιμοτράχηλα, κάτι αἰσθανόταν νὰ τὸν περιτριγυρίζῃ ἀόρατο, νὰ τὸν πασπατεύῃ μὲ κατάκρυα καὶ γλιστερὰ ἀκροδάχτυλα. Ἀνησυχία εἶχεν ἀπὸ τοὺς κούφιους βηματισμοὺς ποὺ ἄκουγεν ἀδικαιολόγητους ἐπάνω στὸ ὑγρὸν ἔδαφος καὶ τὰ φτεροκοπήματα ποὺ ἔδερναν ἀπελπιστικὰ τὸν θαμπὸν ἀέρα. Καὶ κάτω ἀπὸ τὴν ἐντύπωσιν αὐτὴ συμμαζωμένος, καταβαρημένος, ἐλάχιστος, μὲ κομμένη ἀναπνοή, οὔτε νὰ γυρίση πλέον στὸν παραγιὸ τὰ μάτια, οὔτε νὰ κινηθῆ ἀπὸ τὴ θέση τοῦ ἐτολμοῦσε. Κι ἔξαφνα τὸ τρίξιμο νυχτερίδας, ποὺ ἀργοπετοῦσε, κυματιστὸ μέσα στὰ σύσκοτα τὸν ἔκαμε νὰ πιστέψη πῶς ἡ ψυχὴ τοῦ παραγιοῦ ἐκδικητικὴ ἐρχόταν νὰ κολλήση μὲ γαμψὰ νύχια ἐπάνω του. Κι ἐμπρὸς στὸν ἄμετρο φόβο ἐπήδησεν ἀμέσως ὁλόρθος, ἔτρεξε στὴν πόρτα, τὴν ἄνοιξε βιαστικός, κι ἐφώναξε δυνατὰ τραβώντας τὰ μαλλιά του μὲ φρίκη:

– Βοηθᾶτε, χριστιανοί!... Πάει ὁ παραγιός μου, πέθανε, χάθηκε! Ἂν εἶστε χριστιανοί, βοηθᾶτε!...

Ἔτρεξαν ἀμέσως στὴ φωνή του ἢ Κρουστάλλω, ἡ γυναῖκα τοῦ Μαγουλά, καὶ ἡ γριὰ Σταμάτω, ἡ μάννα της. Ἀγγελικὴ ἡ Κράπαινα καὶ Βασίλω ἡ Τζούμαινα καὶ ἡ παπαδιὰ μὲ τὴν ὁλόχαρη θυγατέρα τῆς τὴν Παναγιώτα καὶ ἡ Ροῦσα, τοῦ παρέδρου ἡ γυναῖκα καὶ ἡ Ἀννέτα, ἡ βεργολυγερὴ θυγατέρα τοῦ Μπιρμπίλη, καὶ ἡ Χαδούλαινα.

– Τ᾿ εἶνε, μωρὲ ψειρή· τί κάνεις ἔτσι; τοῦ φώναξεν ἡ Κρουστάλλω.

– Τ᾿ ἔπαθες, μωρέ, καὶ δερνοκοπιέσαι; τὸν ἐρώτησεν ἡ παπαδιά.

– Κλούβια κι ἄπιαστα, Θὲ μ’! εἶπεν ἡ γριὰ Σταμάτω κάνοντας τὸν σταυρό της· τ᾿ ἔχεις, μωρέ, καὶ βάζεις σὰν ἄσβο;

– Τὸ παιδί... ὁ παραγιός μου πεθαίνει!... ἀπάντησε, δείχνοντας τὸν ἀχυρῶνα.

Οἱ γυναῖκες δειλοπατώντας ἐπλησίασαν κι ἐστριμώχθηκαν ὅλες στὴ χαμηλόπορτα κι ἐπέρασαν τὸ κεφάλι, μία ἐπάνω ἀπὸ τὸν ὦμο τῆς ἄλλης, νὰ ἰδοῦν περίεργες. Μόλις ὅμως ἐσυνήθισε τὸ μάτι τοὺς στὸ σκοτάδι τοῦ ἀχυρῶνα καὶ ἀντίκρυσαν τὸ κατάγυμνο σῶμα τοῦ Μουτζούρη, ἐτινάχθηκαν ὅλες ἔξω κι ἐσκόρπισαν ἀλαλάζοντας σὰν τὶς χῆνες, ξαφνισμένες ἀπὸ παιγνιδιάρικο λαγωνικό. Ὁ Τζιριτόκωστας ὅμως ἔτρεξε κατόπιν τους, τὶς ἐβεβαίωσε πῶς τίποτε δὲν ἦταν φοβερό, πῶς ὁ παραγιὸς τοῦ ἐζοῦσεν ἀκόμη καὶ τὶς ἐπαρακαλοῦσε νὰ πᾶνε νὰ τὸν βοηθήσουν τώρα στὴν ἐρημιά του. Ἄνθρωπος ἦταν κι αὐτός, δὲν ἦταν σκυλί!

– Μωρ᾿ ἄει χάσου, κασιδάρη! εἶπεν ἡ Κρουστάλλω ἀγαναχτισμένη. Λίγο ἔλειψε ν᾿ ἀπορρίξω ἀπ᾿ τὸ φόβο μου!...

Τέλος οἱ πλέον ἡλικιωμένες, ἡ γριὰ Σταμάτω καὶ ἡ παπαδιὰ καὶ ἡ Τζούμαινα, ἐκαταπείσθηκαν νὰ τὸν ἀκολουθήσουν μέσα στὸν ἀχυρῶνα. Ἀλλ᾿ ὅταν ἔφθασαν ἐκεῖ, ὁ Μουτζούρης, ἡ τελευταία γέννα τῆς Χαϊδεμένης, τὸ ἀξιοδάκρυτο θῦμα τῆς ζητιανικῆς ἀχορταγιᾶς, εἶχε παραδώση τὴν ὑστερνὴ τοῦ πνοή.

– Τώρα, ζωὴ σὲ λόγου σου! εἶπεν ἡ γριὰ Σταμάτω.

– Στὴν ὥρα φτάσαμε γιὰ νὰ τοῦ κλείσουμε τὰ μάτια! ἐπρόσθεσεν ἡ Τζούμαινα.

– Ἄχ, καψούλη· νὰ εἶχες μάννα νὰ σ᾿ ἔκλαιγε! ἐψιθύρισεν ὁ ζητιάνος.

Καὶ πέφτοντας ἐπάνω τοῦ ἄρχισε νὰ κλαίῃ καὶ νὰ μύρεται, νὰ στηθοδέρνεται καὶ νὰ βογγᾷ ἀπαρηγόρητος. Οἱ γυναῖκες ἐκάθισαν γύρω στὸ πτῶμα, ἐσταύρωσαν τὰ χέρια στὸ στῆθος τους κι ἔμειναν ἄφωνες-ἄλαλες μ᾿ ἔκφραση θλιμμένη στὸ πρόσωπο. Ἦρθαν ἔπειτα κι οἱ ἄλλες ἂπ᾿ ἔξω, ἡ Κρουστάλλω καὶ ἡ Ροῦσα καὶ ἡ Κράπαινα, ἡ Παναγιώτα καὶ ἡ Χαδούλαινα, ἕως τὴν πόρτα στὴν ἀρχή, ἔπειτα θαρρεμένες ἐμπήκαν δειλοπατώντας μέσα, λὲς κι ἐφοβοῦνταν μήπως ἀνησυχήσουν τὴν ψυχὴ τοῦ νεκροῦ, κάπου ἐκεῖ πλανημένη, κι ἐκάθισαν κοντὰ στὶς ἄλλες μὲ τὴν ἴδια στάση καὶ μὲ τὴν ἴδια ἔκφραση στὸ πρόσωπο, ἀμίλητες καὶ ἀκίνητες ὅλες, σὰν ξόανα. Καὶ ἀφοῦ ἔμειναν γιὰ κάμποση ὥρα ἔτσι, μὲ τὸ ἴδιο πάλι βῆμα μία-μία, σὰν ἴσκιοι ἔφυγαν ἀπὸ τὸν ἀχυρῶνα κι ἐπῆγαν νὰ πιάσουν τὴ δουλειά τους. Μόνον ἡ παπαδιὰ καὶ ἡ γριὰ Σταμάτω ἔμεναν ἐκεῖ ἀκόμη.

– Πέστε, μωρ᾿ γυναῖκες, κι ἕνα μυρολόγι τοῦ δόλιου· νιὸς εἶνε κι αὐτός! εἶπεν ἀγαναχτισμένος γιὰ τὴν τόση ἀπάθεια τῶν γυναικῶν ὁ Τζιριτόκωστας.

– Τί μυρολόγι; ἐρώτησε μὲ ἀπορία μόλις ἀνασηκώνοντας τὸ κεφάλι ἡ γριὰ Σταμάτω.

– Δάκρυα καὶ μυρολόγια δὲν ξέρουμ᾿ ἐμεῖς, ἐπρόσθεσεν ἡ παπαδιά. Πέθανε, πάει· τί κλαὶς ἐσύ; Ὁ Θεὸς τὸν ἤθελε, ὁ Θεὸς τὸν πῆρε· δὲν φοβᾶσαι μὴ βαργομίσης τὸ Θεό!

Οἱ Καραγκούνηδες ἀπὸ μακρινή με τοὺς Τούρκους συναναστροφὴ ἐκληρονόμησαν ὅλη τη φιλοσοφικὴ ἀπάθειά τους γιὰ τὸν θάνατο. Ποτὲ δὲν μυρολογοῦν τὸν νεκρό τους, οὔτε κλαῖνε καὶ στηθοδέρνονται. Πιστεύουν ἀκλόνητα πῶς τὰ στηθοχτυπήματα καὶ τὰ κλάυματα τῶν συγγενῶν δὲν κάνουν ἄλλο παρὰ νὰ δυσαρεστοῦν τὸν Θεό. Ὁ Θεὸς ἐπῆρε τὸν ἄνθρωπό τους, ναί· ἀλλὰ τὸν ἐπῆρε, γιατί τὸν ἀγαποῦσε. Γιὰ τοῦτο καὶ σπάνια ἢ καθόλου δὲν μαυροφοροῦν. Ἀλλ᾿ ὁ Τζιριτόκωστας, πιστεύοντας ὅτι ὅσα ἔλεγεν ἡ παπαδιὰ τὰ ἔλεγε γιὰ νὰ τὸν παρηγορήση, καὶ ἀληθινὰ συγκινημένος, δὲν ἔπαυε τοὺς βόγγους καὶ τοὺς θρήνους του.

– Ἄχ! ἔλεγε βαρυστενάζοντας· ποιὸς θὰ σὲ κλάψη, ξένε μου, ποιὸς θὰ σὲ συγυρίση!...

– Ρέ, ἄει χάσου, ψειρή, μὲ τὰ μυρολόγια σου! ἐφώναξε πεισμωμένη κάπως ἡ παπαδιά. Δὲν κοιτᾷς τί θὰ τὸν κάμῃς τώρα.

– Τί νὰ τὸν κάνω; εἶπεν ὁ ζητιάνος· νὰ τὸν θάψουμε.

– Ὁ παπὰς λείπει καὶ θάρθη βράδυ· δὲ μπορεῖ, μαθές, ν᾿ ἀφήση τὴ δουλειά του στὴ μέση! Ν᾿ ἀφήσης ἀπόψε, κι αὔριο πουρνὸ τὸν θάφτουμε.

– Μὰ νὰ τὸν ἀφήσουμ᾿ ἐδῶ μέσα, δὲν κάνει· εἶπεν ὁ ζητιάνος· νὰ τὸν κλείσουμε στὴ βρῶμα εἶνε κρῖμα.

– Ἄμ, τί νὰ τὸν κάνουμε; τὸν ἐρώτησεν ἡ γριὰ Σταμάτω.

– Νὰ τὸν πάρτε σε κανένα σπίτι· ἐπρότεινε δειλὰ ἐκεῖνος.

– Ρέ, ἄιντε χάσου! ἐφώναξεν ἡ παπαδιὰ θυμωμένη. Ἔτσι θὰ σοῦ μπάσω τὸ νεκρὸ σπίτι μου!...

– Τόσα σπίτια εἶνε· δὲν τὸν μπάζει κανεὶς χριστιανός!

– Καὶ βέβαια δὲν τὸν μπάζει. Ἐμεῖς τοὺς νεκρούς μας ποτὲ δὲν τσ᾿ ἀφίνουμε σπίτι νὰ ξενυχτίσουν. Πέθανε, τὸν θάψαμε κιόλα.

– Δὲ χωροῦμε οἱ ζωντανοὶ καὶ θὰ βάλουμε καὶ τοὺς πεθαμένους· δέ μου βουρλίζεσαι, λιέω! ἐπρόσθεσε καὶ ἡ γριὰ Σταμάτω.

– Μὰ κρῖμα εἶνε νὰ τὸν ἀφήσουμ᾿ ἐδῶ· ἐπέμεινεν ὁ Τζιριτόκωστας.

– Σὰν εἶνε κρῖμα τί νὰ σοῦ κάνω; εἶπεν ἡ παπαδιά. Ἄιντε, σύρ᾿ τόνε στοῦ φύλακα τὸ σπίτι. Τὸ σπίτι εἶνε ἀφεντικό... Δυὸ κάμαρες ἔχει· βάλ᾿ τὸν στὴν ἀχρείαστη. Δὲν παθαίνει τίποτα μοναχὸς ὁ πεθαμένος.

Τὸ σπίτι, ποὺ ἐκαθόταν ὁ Βαλαχᾶς, ἦταν ἐμπρὸς στὸ κονάκι, μοναχικό. Πρὶν ἦταν κιουτσέκι βεργοπλεγμένο. Ἀργότερα ὁ ἐπιστάτης ἠθέλησε νὰ τὸ κάμῃ σπίτι καὶ μὲ δυὸ-τρεῖς χωριάτες τὸ ἄλειψε λάσπη, τὸ ἐχώρισε μὲ τοῖχο στὴ μέση, ἄνοιξε μικρὸν ἐξώστη μὲ δυό-τρεῖς σανίδες ἀκάρφωτες κι ἐστερέωσε τὴ σκάλα του. Καὶ τὰ ἔκαμεν ὅλ᾿ αὐτά, γιατί θὰ ἐρχόταν ὁ πολιτικός του φίλος ἀπὸ τὸν Τύρναβο συφάμελος, δῆθεν γιὰ νὰ ξεκαλοκαιριάσῃ ἐκεῖ, ἀλλὰ περισσότερο γιὰ νὰ γνωρισθῆ μὲ τοὺς χωριάτες καὶ νὰ δημοκοπήσῃ. Ἀλλὰ τώρα, ἀφ᾿ ὅτου ἔμενεν ἐκεῖ ὁ Βαλαχᾶς, ὁ Τοῦρκος τοῦ ἐπαραχώρησε γενναιόδωρος ἕνα δωμάτιο, ἐνῷ τὸ ἄλλο ἔμενεν εὔκαιρο γιὰ τοὺς στρατοκόπους. Ἐκεῖ ἐσυμβούλεψαν οἱ γυναῖκες ν᾿ ἀπιθώση ὁ Τζιριτόκωστας τὸ ἄψυχο σῶμα τοῦ παραγιοῦ. Ὁ τελωνοφύλακας ἀπὸ προχθὲς εἶχε νὰ φανῆ στὸ χωριό. Συχνὰ ἔτσι ἔλειπε κι ἦταν πιθανὸν νὰ μὴν ἐρθῇ κι ἀπόψε. Ὁ Τζιριτόκωστας δὲν ἔφερε καμμία ἀντιλογία. Ἐτύλιξε μὲ τὰ κουρέλια τὸ πτῶμα, τὸ ἔρριξε στὸν ὦμο καὶ μαζὶ μὲ τὶς γυναῖκες ἀνέβηκε καὶ τὸ ξάπλωσε στὸ γειτονικὸ δωμάτιο τοῦ Βαλαχᾶ. Ἔπειτα ἔσυραν λίγο πρὸς τὰ ἔξω τὴν πόρτα κι ἐκατέβηκαν τὴ σκάλα βιαστικοί, λὲς κι ἐφοβοῦνταν μήπως ὁ νεκρὸς σηκωθῇ καὶ τοὺς ἀκολουθήσῃ.

Ὅταν ὁ Βαλαχᾶς ἔφθασε στὸ δωμάτιό του, τίποτε δὲν εἶδε παράξενο. Ἡ κούρασις τοῦ σώματος καὶ τοῦ μυαλοῦ τοῦ ἐξακολουθοῦσε νὰ τὸν κρατεῖ ἀδιάφορό σε ὅλα. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἄφησε τὴ βουρλιά, ἕως ὅτου ἔφθασε στὸ χωριό, μόνον ἡ θέλησις ὁδηγοῦσε τὸ μισοπαράλυτο σῶμα του μέσ᾿ ἀπὸ τὰ χωράφια καὶ τὶς κακοτοπιές. Μόνη του ἐπιθυμία ἦταν νὰ ξαπλωθῇ στὸ κρεβάτι του γοργά. Καὶ τώρα ριχμένος ἐκεῖ μὲ τὰ σκέλια τεντωμένα, τὰ χέρια σταυρωτὰ πίσω ἀπὸ τὸ κεφάλι του, τὰ ματόφυλλα μισανοιγμένα, κλωθογυρίζει παράδοξες ἰδέες καὶ συναισθήματα μέσα του.

Ἀπ᾿ ἔξω ἔρχεται σιγαλὴ καὶ ἀποκοιμιστικὴ ἡ ὀλιγόστιγμη ζωὴ τοῦ χωριοῦ. Τῶν χτηνῶν τὰ μουγκρίσματα καὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ φωνὲς φτερουγίζουν μέσα στὸ δωμάτιο καὶ τὶς βλέπει, τοῦ φαίνεται, σὰν ξερὰ πλατανόφυλλα, ποὺ τὰ στριφογυρίζει ὁ σίφουνας. Καὶ τὸ παράδοξο θέαμα κάνει τέτοια ἐντύπωση στὸ πνεῦμα του, ὥστε τὰ βρίσκει ὅλα καλὰ κι εὐτυχισμένα. Τί καλοὶ ἄνθρωποι αὐτοὶ οἱ Καραγκούνηδες! Τί ἥσυχη καὶ ζηλευτῆ ἐκείνη ἡ ζωή τους! Ὅλη τὴν ἡμέρα δουλειά· τὸ βράδυ ρᾳθυμία καὶ ἀνάπαυσις. Δὲν φροντίζουν τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ καθημερινό τους. Δὲν ἔχουν ἄφταστους πόθους, οὔτε τρανὰ ὄνειρα. Γεννῶνται καὶ πεθαίνουν ἐκεῖ στὸν τόπο τους, χωρὶς νὰ λογαριάζουν, ἂν βρίσκεται ἄλλος κόσμος μακρύτερα, οὔτε νὰ θέλουν νὰ τὸν ἰδοῦν καὶ νὰ τὸν ἀπολάψουν. Ἀλήθεια· τί εὐτυχισμένοι ἄνθρωποι!... Καὶ μετανοεῖ τώρα, γιατί τόσον καιρὸ ἐπέρασε δίχως τὴ συντροφιά τους, τόσο τοὺς ἐπεριφρόνησε! Βρίσκει ὅτι πολὺ τοὺς ἀδίκησε μὲ τὶς προλήψεις του καὶ δὲν ἔκαμε καθόλου καλά. Πιστεύει πῶς αὐτοί, βέβαια, ἔγιναν δυστυχισμένοι ἀπὸ τὴν περιφρόνησή του καὶ συλλογίζεται πῶς νὰ τοὺς περιποιηθῆ. Κι ἔξαφνα αἰσθάνεται ἀκατανίκητη διάθεση νὰ τρέξη κάτω, νὰ τοὺς κράξη ὅλους, νὰ τοὺς ἀγκαλιάση καὶ νὰ τοὺς φιλήση σὰν ἀδέρφια.

Τὸ λιανόκερο, κολλημένο στὸν τοῖχο καὶ ἀναμμένο, χύνει μὲ τὴ μικρὴ γλωσσίτσα τοῦ μελαγχολικὸ φῶς περίγυρα. Ἀφίνει στὸ σύθαμπο τὴν καλαμοπλεγμένη ὀροφὴ καὶ τὶς ἀραχνιασμένες γωνίες καὶ τοὺς τοίχους τοὺς ἀμίστριτους καὶ φωτίζει μόνον τὰ πλησιέστερά σε μικρὴν ἀχτίνα. Φωτίζει ἕν᾿ ἀνισόρροπο τραπέζι μὲ τὰ λιγδωμένα φύλλα τῆς ὑπερεσίας κι ἕνα ἄπλυτον νταβὰ μὲ ἀποφάγια· ἕνα σκαμνὶ κανωμένο ἀπὸ ἄγρια καὶ ἀπελέκητα ξύλα καὶ τὴ μοναχὴ προκόβα, ποὺ χρησιμεύει γιὰ στρῶμα καὶ γιὰ σκέπασμα στὸ χιλιάρφανο κρεβάτι του. Καὶ ξαναμμένος τώρα, νευρικός, τὰ μισοβλέπει καὶ ἀναστενάζει καὶ μαυροσυλλογίζεται. Ἄχ, Καρώνης καὶ πάλι Καρώνης! Τί διάβολο αὐτὸς ὁ κόσμος νὰ μὴν ἠμπορῇ νὰ καταλάβη πὼς δίχως τὸν Καρώνη δὲν ζῇ οὔτε ὥρα ἡ Ἑλλάς!...

Ἀλλ᾿ ἐνῷ μισοσηκώνεται γιὰ νὰ κάμῃ τὴν πρώτη ἐπιθυμία, ξαναπέφτει κουρασμένος ὁ Βαλαχᾶς. Οἱ ἰδέες τοῦ ἄλλαξαν πάλι δρόμο γιαμιᾶς. Ποτὲ δὲν θ᾿ ἀγαπήση τὴ ζωὴ τοῦ χωριοῦ· ποτὲ στὸν αἰῶνα! Ἂς ἠμποροῦσε νὰ μὴ τοὺς ἔβλεπε ποτέ· ποτὲ νὰ μὴ τοὺς ἄκουε καὶ νὰ μὴ τοὺς ἔσμιγεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους! Ζοῦν τάχα κι ἐκεῖνοι. Τί θέλουν καὶ ζοῦν στὸν κόσμο! Ποιὰ εἶνε ἡ χαρά, ποιὰ ἡ ἀπόλαυσίς τους! Τάχα ποιὰ νὰ εἶνε τὰ δῶρα τὰ μαγικά, τὰ φίλτρα τ᾿ ἀκατανίκητα, ποὺ τοὺς χαρίζει ἡ ζωὴ καὶ τόσο τὴν ἀγαποῦν, τόσους βάνουν ἀγῶνες σωματικοὺς γιὰ νὰ τὴν κρατήσουν! Πῶς δὲν παίρνουν ὅλοι μία στιγμὴ τὰ μαχαίρια στὸ χέρι καὶ μονόγνωμοι νὰ χτυπηθοῦν συνατοί τους, ἄντρες καὶ γυναῖκες καὶ παιδιὰ μαζί, νὰ ξεσχίση ἕνας τὸν ἄλλον, ὡς ποὺ νὰ πέσουν νεκροί, νὰ φάγη τὸ χῶμα σάρκες ἀχόρταγα, ὅπως πίνει ἀχόρταγα καὶ τὸν ἵδρωτά τους, καὶ νὰ λείψη μία γιὰ πάντα ἡ δούλη αὐτὴ γενεὰ μέσ᾿ ἀπὸ τὴν ἀγκαλιὰ τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ φωτός!

Ἔξαφνα μέσα στὴν κάρωσή του ἄκουσε πατήματα κι εἶδε στὴν πόρτα δυὸ χωριατόπαιδα. Ἔμπαιναν φυλαχτὰ κι ἐλαφρὰ κι ἐγύριζαν ἐδῶ κι ἐκεῖ τὰ μάτια τους μὲ φόβο καὶ περιέργεια ἀνίκητη, ὡς ποὺ ἔφθασαν κοντὰ στὸ κρεβάτι του.

– Τ᾿ εἶνε, μαρέ; τοὺς ἐφώναξεν ὁ τελωνοφύλακας ἀπὸ τὴ θέση του.

Ἀλλὰ τὰ παιδιὰ τρομαγμένα ἔβγαλαν φοβερὴ κραυγὴ καὶ ἐτινάχθηκαν ἀμέσως ἔξω. Ἐκεῖνος ἄρχισε τὰ γέλοια. Πολὺν καιρὸ εἶχε νὰ γελάση μὲ τόση νευρικὴ δύναμη. Τὰ ζωντόβολα! Ὡς καὶ τὴ φωνὴ τοῦ τρομάζουν!

Ἀλλ᾿ ἐνῷ ἀκόμη ἐξακολουθοῦσε νὰ γελᾷ καὶ νὰ ὑπερηφανεύεται γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸ ἀθέλητο κατόρθωμά του, κάτω στὴν αὐλὴ ἀντηχοῦσαν οἱ φωνὲς τῶν παιδιῶν κι ἔφθαναν ἐπάνω τρεμάμενες:

– Ὁ πεθαμένος!... Ἐσηκώθηκεν ὁ πεθαμένος!...

– Πεθαμένος! ἐσυλλογίσθηκεν ἔκπληχτος ὁ Βαλαχᾶς, κρατώντας τὰ γέλοια. Ποιὸς διάβολος εἶνε πεθαμένος!...

Ἐσηκώθηκεν ἀπὸ τὸ κρεβάτι του κι ἔσκυψε νὰ ἰδῆ κάτω στὸ πάτωμα τὰ πράγματα, ποὺ ἔρριξαν τὰ παιδιὰ κατὰ τὴν ὥρα τῆς φυγῆς τους. Ἦταν ἕνα χιλιοτρυπημένο βρακί, ἕνα λιγδωμένο φέσι, ἕνα πουκάμισο μυριομπαλωμένο, τρία πεντάρικα κεριὰ καὶ λίγα σπειριὰ λιβάνι. Μπρέ! Ἀληθινὰ ἦταν σάβανα γιὰ νεκρόν. Ἀλλὰ ποῦ ἦταν ὁ νεκρός;

– Μαρέ, νὰ μὴ μὲ πῆραν γιὰ πεθαμένο! ἐσκέφθηκε.

Κι ἐπῆγε ν᾿ ἀνοίξη τὴν πόρτα γιὰ νὰ δὴ ἔξω. Μόλις ὅμως ἐπρόβαλεν ἐκεῖ, χαλάζι ἔπεσαν οἱ πέτρες ἐπάνω του καὶ ἄγριες φωνὲς ἠχολόγησαν. Οἱ χωριάτες ὅλοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες καὶ παιδιά, μὲ τὰ σύνεργα τῆς δουλειᾶς τοὺς ἁρματωμένοι, μὲ στειλιάρια καὶ κοπάνους καὶ ἀξίνες καὶ πιστόλες, φοβεροί, ἄγριοι, ἔζωναν περίγυρα τὸ σπίτι τοῦ Βαλαχᾶ.

– Γιατί, ρὲ παιδιά· τί σᾶς ἔκαμα; ἠθέλησε νὰ τοὺς φωνάξη.

– Μέσα, πεθαμένε· μέσα, θεοκατάρατε, κολασμένε, βρυκόλακα!... ἀπάντησαν θυμωμένοι ἐκεῖνοι.

Καὶ ἄρχισαν νὰ ρίχνουν πιστολιές, νὰ πετοῦν πέτρες καὶ ξύλα παντοῦ, στὴν πόρτα, στὰ παράθυρα, στὴ σκεπὴ ἐπάνω, μὲ πεῖσμα μεγάλο, λὲς καὶ ἤθελαν νὰ θάψουν ἀπὸ κάτω τοὺς ὁλόκληρο τὸ σπίτι τοῦ τελωνοφύλακα κι ἐκεῖνον μαζί.

– Βρυκόλακα! Κολασμένε! Θεοκατάρατε!... ἐφώναζαν ἄγρια καὶ βραχνιασμένα, σὰν λυσσασμένα μαντρόσκυλα.

– Μαρὲ παιδιά!...

– Στὴν τρῦπα σου γρήγορα! Στὴν τρῦπα σου, νὰ μὴ σὲ κάψουμε, βρυκόλακα!...

Ὁ Βαλαχᾶς ἐσάστισεν. Ἐμαντάλωσε τὴν πόρτα καὶ ἀπελπισμένος ἄρχισε νὰ μαλλοτραβιέται. Τί νὰ κάμῃ καὶ τί νὰ συλλογισθῆ δὲν ἤξευρε. Τί διάβολο! Πέθανα χωρὶς νὰ τὸ ξεύρω! ἔλεγε· βρυκολάκιασα χωρὶς νὰ τὸ νοιώσω!

Ἔπεσε στὸ κρεβάτι του καὶ ἄρχισε νὰ κλαίῃ καὶ νὰ μύρεται.

Ἄχ, τύχη! Ἄτιμη καὶ ἄραχλη τύχη! Τὸν κάνεις ἀπὸ οἰκογένεια τὸν ἄνθρωπο· τοῦ δίνεις νὰ ἔχῃ θεῖο ἀπὸ πατέρα τὸν Ραζικότσικα, τὸν ἡρωικὸ πρόμαχο τοῦ Μεσολογγιοῦ, καὶ ἀπὸ μάννα ξάδερφο τὸν Μακρή, τὸν περίφημο κλέφτη τοῦ Ζυγοῦ! Τὸν θέλεις νὰ ἔχῃ ἀπὸ ξάδερφο ἀνηψιὸ τὸν Ντεληγιώργη καὶ ἀπὸ ἀνηψιὸ τριτοξέδερφο τὸν Τρικούπη! Τὸν γεννᾶς ὁλάκερο χταπόδι μὲ τοὺς ἀποκλαμοὺς τοῦ πιασμένους ἀξεκόλλητα σὲ ὅλα τὰ μεγάλα σπίτια τοῦ τόπου, ἀλλὰ δὲν τοῦ δίνεις καὶ λίγον παρά! Θὰ τὸν ἔβλεπες τότε, μόλις ἔκαναν νὰ τὸν κουνήσουν ἀπὸ τὴ Γλαρέντσα, εὐθὺς νὰ πετάξη τὴν παραίτησή του κατάμουτρα κι ἔτσι περήφανα νὰ γράψη, πῶς δὲν ὑπερετεῖ μὲ ἄλλον κυβερνήτη, γιατί δὲν παραδέχεται κανέναν ἄλλον Σωτῆρα παρὰ μόνον τὸν Καρώνῃ!... Ὄχι ποὺ βρίσκεται τώρα στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ κόσμου γιὰ λίγες ψωροδραχμὲς καὶ ὑποφέρει, ὅ,τι ὑποφέρει! Ἀκοῦς! Ποὺ ἀλλοῦ εἰπώθηκε νὰ πεθαίνει κανείς, ἐνῷ εἶνε ζωντανός, καὶ νὰ βρυκολακιάζῃ, πρὶν πεθάνη!

– Μὴν ἔβγης ὄξου γιατί σὲ κάψαμε!... Στάχτη-μπούλμπερη θὰ γένης ἐσὺ καὶ τὸ κουφάρι σου!... ἠχολόγησαν πάλιν ἔξω οἱ φωνές.

Κι ἐξανάρχισαν συγκρατητὰ οἱ πιστολιὲς καὶ τὰ ξύλα καὶ τὰ λιανολίθαρα. Τὸ σπίτι ὅλο ἔτρεμεν ἀπὸ τὰ χτυπήματα καὶ ἀπὸ τὸν θόρυβο. Τὰ ξυλοκεράμιδα τῆς σκεπῆς ἐβροντομαχοῦσαν κι ἐστέναζαν. Τὰ παράθυρα σὲ κάθε χτύπημα ἐσειοῦνταν, λὲς καὶ ἤθελαν νὰ ξεβιδωθοῦν καὶ νὰ φύγουν ἀπὸ τὶς κλάπες τους· οἱ τοῖχοι ἀναπηδοῦσαν σύγξυλοι. Ἄγριοι πολιορκητὲς οἱ χωριάτες, δὲν ἐτολμοῦσαν νὰ πλησιάσουν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἤθελαν ν᾿ ἀπομακρυνθοῦν.

Οἱ Καραγκούνηδες, μόλις ἐγύρισαν στὸ χωριό, ἔμαθαν τὸ θλιβερὸ τέλος τοῦ Μουτζούρη καὶ τὸ προσωρινὸν ἀπίσθωμα τοῦ πτωμάτου ἐκεῖ, στὸ ἀδειανὸ σπίτι τοῦ ἀφέντη. Ὁ Τζιριτόκωστας καὶ ἡ παπαδιὰ καὶ ἡ γριὰ Σταμάτω ἐβεβαίωσαν τὸν Μαγουλά, ποὺ ἀνησυχοῦσε γιὰ τὸν τελωνοφύλακα, ὅτι αὐτὸς οὒτ᾿ ἐφάνηκε καθόλου, οὔτε θὰ ἐρχόταν ἀπόψε. Στὶς τρομαγμένες λοιπὸν ἐκεῖνες φωνὲς τῶν παιδιῶν καὶ τὶς διαβεβαιώσεις των, πῶς εἶδαν φῶς φανερὰ τὸν πεθαμένο νὰ σηκωθῇ καὶ νὰ τρέξῃ κατὰ πάνω τους, ὅλοι ἐπείσθηκαν πὼς ὁ Μουτζούρης ἐβρυκολάκιασε. Ὅταν μάλιστα ἄκουσαν καὶ τὴν παραπονεμένη φωνὴ τοῦ Βαλαχᾶ κι εἶδαν τὸ κεφάλι ποὺ ἐπρόβαλε ἀπὸ τὴν πόρτα, ἄφηκαν πλέον κάθε ἀμφιβολία. Ὁ Τζιριτόκωστας ἐβεβαίωσε πρῶτος ὅτι ἀναγνώρισεν ἀμέσως τὴ φωνὴ τοῦ παραγιοῦ του· πὼς εἶδεν ὁλοφάνερα καὶ τὴν πληγὴ ποὺ εἶχε στὸ φουσκωμένο πρόσωπό του. Ἔπειτα τὸ ἐβεβαίωσαν καὶ οἱ γυναῖκες, ἡ παπαδιὰ πρώτη καὶ ἡ γριὰ Σταμάτω καὶ ὅλες οἱ ἄλλες κατόπιν.

– Μωρέ, ῾σὰν νὰ μοῦ φάνηκε πὼς ἦταν ὁ φύλακας· εἶπε μὲ δισταγμένη κάπως φωνὴ ὁ Μαγουλᾶς.

– Ἅ, μπά! τὸν ἔκοψεν ἀμέσως ὁ Τζιριτόκωστας μὲ πεποίθηση· δὲ γνωρίζω ἐγὼ τὸν παραγιό μου!...

– Ἔπειτα οἱ βρυκολακιασμένοι φαίνονται ὅπως τοὺς ἀρέσει· ἐπρόσθεσεν ὁ Παπαρρίζος.

– Καλέ, ὁ ψειρὴς ἦταν! Μπά, φουρτοῦνα ποὺ ἔπεσε στὸ κεφάλι μας!... ἐβεβαίωσε μισοτρέμοντας ἀπὸ φόβο ἡ παπαδιά.

Κι ἐσυμφώνησαν τέλος ὅλοι, ἄντρες, γυναῖκες καὶ παιδιά, πῶς εἶδαν ὁλοφάνερα τὸν Μουτζούρη ἀναστημένον ἐμπρὸς στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ. Ἡ ψυχή τους, ἀναθρεμμένη μέσα στὴ δεισιδαιμονία καὶ τὸ μυστήριο, ἦταν ἕτοιμη ὅλα νὰ τὰ παραδεχθῆ καὶ νὰ τὰ πιστέψη. Κρύος φόβος τοὺς ἐκυρίεψεν εὐθὺς ἕως τὸ κόκκαλο. Πρώτη σκέψις τοὺς ἦταν νὰ τρέξουν καὶ νὰ μανταλωθοῦν στὰ σπίτια τους, νὰ τυλιχθοῦν καλὰ μὲ ὅσα εἶχαν σκεπάσματα, ἀπὸ τὰ πόδια ἕως τὸ κεφάλι καὶ νὰ μὴ ρίξουν βλέμμα ἔξω, ἂν δὲν ἔφθανε μεσημέρι τὴν ἀκόλουθη ἡμέρα. Ἀλλ᾿ ὁ Τζιριτόκωστας εἶπε πῶς δὲν ἦταν καθόλου φρόνιμον αὐτό. Ὁ βρυκόλακας ἀφημένος ἐλεύθερος μέσα στὴν κρύα νύχτα, ἦταν φόβος νὰ κάμῃ μεγαλείτερη καταστροφή. Θ᾿ ἀνέβαινε σὲ κάθε μία σκεπή, θὰ ἔρριχνε μέσα τη λαστιχένια μύτη του καὶ θὰ ἐρροφοῦσε σὰν τρόμπα τὸ αἷμα ὅλων ἕως τὴν αὐγή. Προτιμότερο ἦταν νὰ ξενυχτίσουν ἐκεῖ, περίγυρα στὸ σπίτι καὶ νὰ τὸν ἐμποδίσουν νὰ ἔβγῃ ἔξω. Ὁ Παπαρρίζος μὲ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἐξορκισμοὺς κι ἐκεῖνος μὲ τὰ μάγια τοῦ ἦσαν ἱκανοὶ νὰ τὸ κατορθώσουν.

Ὁ ζητιάνος ὅμως οὔτε τὰ μάγια τοῦ ἐπίστευεν, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ τὸ βρυκολάκιασμα τοῦ παραγιοῦ του. Ποτὲ τέτοιες προλήψεις δὲν ἐκόλλησαν στὸ θετικὸ ἐκεῖνο πνεῦμα. Καὶ ὄχι γιατί ἔτυχε καλύτερης ἀνατροφῆς, εἴτε γιατί στὸν τόπο του δὲν ἔχουν δεισιδαιμονίες. Χωριὸ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἠμπορεῖ ἀκόμη νὰ καυχηθῆ κανένα γιὰ τέτοια πρόοδο. Ἀλλ᾿ ὁ Τζιριτόκωστας, ἀφ᾿ ὅτου ἐμεγάλωσε κι ἐβγῆκε στὰ ταξίδια, τόσες φορὲς εὑρέθηκε στὴν ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλῃ μόνος του φαντάσματα κι ἐξωτικὰ στὸ πνεῦμα εὐκολόπιστων ἀνθρώπων καὶ τόσες φορὲς πάλι ὁ ἴδιος νὰ τὰ διαλύση μὲ τὰ ξόρκια του, ὥστε κατάντησε νὰ συλλογισθῆ, πῶς κι ἐκεῖνα ποὺ ἐτρόμαζαν αὐτὸν μικρότερον, δὲν ἐχρωστιοῦνταν παρὰ στὴ ζωηρὴ φαντασία καὶ τὴν ἐπιδεξιοσύνη ἄλλου θεομπαίχτη. Ἐκτὸς τούτου ὁ ζητιάνος τὸ κοντόβραδο εἶχεν ἰδῆ τὸν Βαλαχὰ ποὺ ἐγύρισε στὸ σπίτι του. Ἄκουσε καὶ τὴ φωνή του καὶ τὴ φυσιογνωμία τοῦ ἐγνώρισε, ὅταν ἔβγαλε τὸ κεφάλι ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα. Δὲν ἦταν τυφλὸς αὐτός, οὔτε φοβιτσάρης, ὅπως οἱ χωριάτες! Δὲν ἐμολόγησεν ὅμως τὴν ἀλήθεια, γιατί δὲν τὸν ἐσύμφερε. Ἀφοῦ ἡ τύχη τοῦ ἔδινεν μέσον νὰ ἐκδικηθῆ, γιατί αὐτὸς νὰ τὸ διώξη; Δὲν ἦταν τόσον ἀνεξίκακος, ὄχι! Τουναντίον μάλιστα, ὅταν εἶδε τὸν τελωνοφύλακα στὴ διάθεσή του, ὅλο τὸ μῖσος ποὺ αἰσθανόταν ἀπὸ προχθὲς λουφασμένο στὰ βάθη τῆς ψυχῆς του, ἀνέβηκε μεγαλοδύναμο στὴν ἐπιφάνεια. Τὰ γρονθοκοπήματα καὶ ὁ ἐξευτελισμός, ποὺ ἔπαθεν ἐμπρὸς στοὺς χωριάτες δίχως δικαιολόγημα, οὔρλιαζαν καὶ ἀλυχτοῦσαν τώρα μέσα του κι ἐζητοῦσαν σκληρὴ ἐκδίκηση. Καὶ γιὰ νὰ τὴν ἐπιτύχη δὲν ἐχρειάζονταν καὶ πολλὰ πράγματα. Ἔφθανε μόνον νὰ μεγαλώση τὸν φόβο τῶν χωριάτων καὶ νὰ κεντήση τὴ δεισιδαιμονία τους.

– Πήγαινε, παπά μου· βάλε γλήγορα τὸ πετραχῆλι σου· εἶπε μὲ φοβισμένον ἦθος. Κι ἐσεῖς φέρτε μου λίγο μέλι.

Τρεῖς δυνάμεις ἀπειλοῦσαν τώρα τὸν τελωνοφύλακα· ἡ θρησκεία, ἡ δεισιδαιμονία καὶ ἡ ἀγυρτεία. Τρεῖς φοβερὲς δυνάμεις, ἀγριοπρόσωπες καὶ φιδοπλόκαμες σὰν τὶς Ἐρινύες τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ κόσμου, μεταφερμένες στὴ νεώτερη κοινωνία μὲ ὅλη τη φρίκη καὶ τὴν ἀηδία τους. Μεγάλα πνεύματα τῆς χριστιανοσύνης, ξάστερα καὶ ἀμόλυντα σὰν τὰ νερὰ τῆς Κασταλίας, ποιὸς ἠξεύρει ἀπὸ τί ἀναγκασμένα –ἴσως ἀπὸ χρεία νὰ καταπλήξουν τὸν λαό τους, ἴσως ἀπὸ ἄστοχη ἐνέργεια στὸ θεμέλιωμα τῆς παντοδυναμίας τοῦ Ὄντος ποὺ ἐλάτρευαν–, ἔρριξαν τὸν σπόρον ἄφθονο στὰ βιβλία τους. Ἡ ἀμάθεια δειλὴ καὶ ἀκυβέρνητη ἅρπαξε τὸν σπόρο στὰ γόνιμα χώματά της, τὸν ἀνάστησε καρποφόρον καὶ πικρόχυμο, τὸν ἐμεγάλωσε καὶ ἦρθεν ἡ ἀγυρτεία πρόθυμη νὰ θερίση τὸν καρπὸ καὶ νὰ τρυγήση τὰ κέρδη της. Ὁ Τζιριτόκωστας ἀνάλαβεν ἀπρόσκλητος τὴν ἀρχηγία τοῦ κινήματος. Ἔπεισε τὸν Παπαρρίζο νὰ φορέση τὸ μισοτριμμένο πετραχῆλι του, νὰ πάρη τὸ Μέγα Ἁγιασματάριο στὸ χέρι καὶ κάτω ἀπὸ τ᾿ ὁλότρεμο φῶς ἑνὸς κεριοῦ ν᾿ ἀρχίση τὴν ἀπαγγελία τῶν ἐξορκισμῶν:

– Ἐξορκίζω σὲ τὸν ἀρχέκακον τῆς βλασφημίας· τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀνταρσίας καὶ αὐτουργὸν τῆς πονηρῖας!... Ἐξορκίζω σὲ τὸν ἐκριφθέντα ἐκ τῆς ἄνω φωτοφορίας καὶ σκότει βυθοῦ κατενεχθέντα διὰ τὴν ἔπαρσιν!... Ὁρκίζω σὲ πνεύμ᾿ ἀκάθαρτον κατὰ τοῦ Θεοῦ, Ἀδωναΐ, Ἐλοΐ, Θεοῦ Παντοκράτορος!...

Ὁ παπάς, ποὺ πάντοτ᾿ ἐδιάβαζε τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἀκολουθία συλλαβὴ πρὸς συλλαβή, σὰν ἀτρόχιστη μηχανή, ποὺ κόβει φελλοβουλώματα, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὴ σημασία καὶ χωρὶς νὰ αἰσθάνεται τὴν ποιητικὴ μεγαλορρημοσύνη της, τώρα ἔμοιαζε μὲ θεόπνευστον καὶ αὐστηρὸν ἱεροκήρυκα. Στὴν πνευματικὴ μόρφωση δὲν ἦταν καθόλου ἀνώτερος ἀπὸ τὸ ποίμνιό του. Εἶχε τὶς ἴδιες προλήψεις καὶ τὰ ἴδια πάθη. Τὴ θεία μυσταγωγία τὴν ἔκανεν ἁπλῶς καὶ μόνον γιατ᾿ ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ τὴν κάμῃ. Ὅταν ὅμως τὸν ἐπροσκαλοῦσαν νὰ βγάλη δαιμόνια, ν᾿ ἀφορέση κακόγνωμα στοιχειὰ καὶ ἀνθρώπους, νὰ λύση μάγια εἴτε νὰ διώξη ἀπὸ τὴν ἐξοχὴ καταστεφτικὰ ζῳΰφια, ἐγενόταν φοβερὸς ἐπιτιμητής, γιατ᾿ εἶχε βοηθὸ τὴν τυφλὴ πίστη του. Ἂν δὲν ἐννοοῦσεν, ἐμάντευεν ὅμως τὶς λέξεις. Αἰσθανόταν μέσα τοῦ τὴν αὐστηρότητα καὶ τὴ φριχτὴ δύναμή τους κι ἐβάδιζεν ἐναντίον τῶν ἀπεριτμήτων ἀλλοφύλων. Στραγγαλισμένους τώρα, μισοφαγωμένους ἀπὸ τὴν ἀγανάχτηση ἐτίναζε τοὺς ἐξορκισμούς, σὰν μύδρους ἐναντίον τοῦ σπιτιοῦ τοῦ Βαλαχᾶ. Τὰ ψαρὰ μαλλιά του, ποὺ τ᾿ ἀνακάτωνεν ὁ κρύος ἄνεμος περίγυρα στὸ κεφάλι, ἔδιναν ἄγρια κι ἐπιβλητικὴ μεγαλοπρέπεια στὸ σύνολόν του. Τὸ πρόσωπό του κατακόκκινον ἀπὸ τὸ θυμό· τὰ μάτια τοῦ φλογερά· τὰ χείλη του, ποὺ ἐμισότρεμαν στὴν ἀπαγγελία τῶν λέξεων, σὰν νὰ ἐφοβοῦνταν κι ἐκεῖνα τὴν καυστική τους δύναμη, ἔχυναν περίγυρα τὴ φρίκη ἀνήλεη καὶ ἀστόμωτον τὸν τρόμο. Δὲν ἦταν πλέον ὁ ταπεινὸς παπὰς τοῦ Νυχτερεμιοῦ, ἀλλ᾿ αὐτὸς ὁ Μέγας Βασίλειος, τῆς Ἐκκλησίας, ὁ στῦλος, ὁ ἱεράρχης τῆς χριστιανικῆς θρησκείας ὁλόκληρος, ὅταν μέσα στὸ ἐρημικὸ κελί του, φλογερὸς ἐσύνθετε τοὺς ἐξορκισμοὺς ἐναντίον τοῦ μισητοῦ ἐχθροῦ της ἀνθρωπότητος. Τὸν ἐζητοῦσε παντοῦ, ὅπου καὶ ἂν ἐχωνόταν, μὲ ὁποιαδήποτε ὑπόσταση καὶ ἂν εὑρισκόταν, εἴτε «ὡς ἄρρεν, εἴτε ὡς θῆλυ, ἢ ὡς ἑρπετὸν ἢ ὡς πετεινὸν νυκτιλάλον ἢ κωφὸν ἢ ἄλαλον» καὶ τὸν ἐδιάταζεν ἀμέσως νὰ φύγη, νὰ χαθῆ, καὶ τὸν ἐφοβέριζε πῶς «ράβδος σιδηρᾶ καὶ κάμινος πυρὸς καὶ τάρταρος, καὶ ὀδόντων βρυγμός» ἐπερίμενε τὴν παρακοή του.

Ὁ Τζιριτόκωστας ἐμπρὸς στὴν ἐκπληχτικὴ μεταμόρφωση τοῦ Παπαρρίζου ἐφοβήθηκε μήπως χάση τὴ βαρύτητά του. Δὲν ἤθελεν ἄλλος νὰ τοῦ πάρη τὴν ἀρχηγία σὲ τέτοια περίσταση. Εἶχε καταστρώση τὸ σχέδιό του τέλειο γιὰ νὰ ἐκδικηθῆ τὸν τελωνοφύλακα. Ἀλλὰ τὸ σχέδιό του θὰ τὸ ἔφερνε σὲ τέλος, μόνον ἂν τὸν ἐβοηθοῦσαν οἱ χωριάτες. Καὶ γιὰ νὰ τὸν βοηθήσουν ἔπρεπε νὰ πεισθοῦν, πῶς μόνον ἀπὸ τὰ χέρια ἐκείνου ἐκρεμόταν ἡ σωτηρία τους. Ἔπρεπε νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν ὄχι μόνον ἀρχηγὸ καὶ σύμβουλο τοῦ κινήματος, ἀλλ᾿ αὐτόχρημα δύναμη ὑπεράνθρωπη, τῶν στοιχειῶν καὶ τῶν πνευμάτων μόνον κύριον καὶ κυβερνήτη. Ἄρχισε λοιπὸν ἀμέσως νὰ γυρίζῃ ἐδῶ κι ἐκεῖ ἀκούραστος, νὰ κοιτάζῃ ἄγρυπνος παντοῦ, χάμω στὴ γῆ καὶ ψηλὰ στὸν αἰθέρα, στὶς κούφιες ἀστρέχες εἴτε στὴ σκεπὴ ἐπάνω εἴτε στοῦ τοίχου τὶς τρῦπες, ἀνήσυχος μήπως εὕρη ἔξοδο καὶ φύγη ἀπ᾿ ἐκεῖ ὁ φοβερὸς βρυκόλακας. Ἐβούτησε τὰ δάχτυλά του στὸ μέλι κι ἐσταύρωσε κάθε κούφωμα, τὴ σκάλα, τὰ παράθυρα, τὴν πόρτα, τὶς ξυλοδεσιές· ἔχρισεν ἐδῶ κι ἐκεῖ τὸν τοῖχο καὶ τὶς γωνίες, πάντοτε μὲ προφύλαξη καὶ σκέψη νὰ μὴ λαθέψη τίποτε, οὔτε μία τρίχα στὴν ἀπόσταση· νὰ μὴν ξεχάση κανένα σταυρὸ στὸ μέτρημα· νὰ μὴ λησμονήση κανένα χεροκίνημα ἀπ᾿ ὅσα ἐχρειάζονταν γιὰ νὰ γίνουν ἀπαραβίαστα τὰ μάγια του.

Ἔπειτα μὲ τὰ ἴδια δάχτυλα ἔσυρε στρογγυλὴ γραμμὴ κάτω, περίγυρα στὸ σπίτι, ἐχάραξε μὲ τὸ μπαστοῦνι τοῦ κύκλους καὶ πεντάλφες στοὺς τοίχους κι ἒπειτ᾿ ἄρχισε νὰ κινῇ σὰν ἀνεμόμυλου φτερὰ τὰ χέρια στὸν ἀέρα καὶ νὰ φυσᾷ, ζερβόδεξα, ψηλὰ καὶ χαμηλά, ἐμπρὸς καὶ πίσω του, ἀπλώνοντας τὸν λαιμὸ σὰν χῆνα. Καὶ σύνωρα ἐβροντοπατοῦσε τὸ ποδάρι του στὴ γῆ πεισματικά· ἀγρίευε τὸ πρόσωπο· ἐγροθοκοποῦσε τὸν ἀέρα· ἐγούρλωνε τὰ μάτια του κι ἦταν ὅλος ξάναμμα καὶ ὀργή. Κι ἔξαφνα μ᾿ ἐπιδεξιοσύνη μεγάλη ἔχωσεν ἀστραπὴ τὰ χέρια στὶς τσέπες τοῦ καπότου καὶ γιαμιᾶς τὰ ἐτίναξε ψηλὰ ὀρθάνοιχτα.

– Ζουπχανὲμ γιαμαλή! Μπεϊντοὺρ φικουλί!... ἐφώναξεν ἀγριοκοιτάζοντας τὸ σπίτι.

Ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ ἐπάνω στὴ στέγη στεναγμὸς θλιμμένος ἀντήχησε καὶ θόρυβος δυνατός, σὰν νὰ ἐσκόρπισεν ἀόρατο χέρι σωρὸν τὰ λιανολίθαρα. Φωνὴ ἀγωνίᾳς ἐβγῆκεν ἀπὸ τὰ στήθη τῶν χωριάτων ὅλων. Ὁ Παπαρρίζος πρῶτος ἔχασε τὸ θάρρος· ἡ πίστις του κι ἐκείνη ἐκλονίσθηκε· οἱ ἐξορκισμοὶ ἔσβυσαν στὰ χείλη του, σὰν ἀναμμένο σίδερο ποὺ σβύνει τσιτσιρίζοντας μέσα στὴν ἀφλόγιστη ἐνέργεια τοῦ νεροῦ. Ὁ πάρεδρος, ὁ Μαγουλᾶς, ὁ Κράπας καὶ οἱ ἄλλοι ὅλοι ἄφησαν νὰ πέσουν ἀπὸ τὰ χέρια τοὺς τὰ πολεμικὰ σύνεργα κι ἔμειναν ἀκίνητοι στὴ θέση τους, σὰν ἀπολιθωμένοι. Τὰ γυναικόπαιδα, χεροπιασμένα ὅλα μαζί, στριμωμένα κοντά τους, σὰν κοπάδι προβάτων ποὺ ριζώνει στὸ μαντρὶ ὅταν ἀκούση τὸ οὔρλιασμα λύκου, ἐχαμήλωσαν τὸ κεφάλι κι ἐπεριπλέχθηκαν ἕνα κοντὰ στὸ ἄλλο κι ἐχώνεψαν μέσα στὰ τρεμάμενα σκέλια τους μὲ ἄφωνο θρῆνο, ζητώντας προστασία καὶ ἀπαραβίαστο καταφύγιο. Ὅλοι ἐπίστεψαν πῶς ὁ θόρυβος ἐκεῖνος ἦταν ὁ τελευταῖος ἀγῶνας τοῦ βρυκόλακα. Ἤθελε νὰ σπάση τὰ δυνατὰ δεσμὰ ποὺ τοῦ ἔβαλε μὲ τὰ μάγια τοῦ ὁ ζητιάνος καὶ νὰ πεταχτὴ ἔξω. Ἦρθαν ἀνάκατα στ᾿ αὐτιὰ τοὺς τυμπάνων ἦχοι καὶ θρῆνοι ἀνθρώπινοι· βελάσματα προβάτων καὶ τσακαλιῶν ὠρυγὲς καὶ σκύλων λυσσασμένων ἀλυχτήματα· φτερνοκοπήματ᾿ ἀλόγων καὶ βρεφῶν κλάυματα· στηθοχτυπήματα κολασμένων καὶ τραγούδια γλυκόφωνα· κούφιοι δαρμοὶ καὶ δοντιῶν τριξίματα καὶ κοκκάλων ξεροὶ χτύποι, συναρμένα ὅλα στῆς φοβισμένης φαντασίας τῶν τὰ φτερὰ καὶ κλωθογυρισμένα σὲ ἀνεμοστρόβιλο φρίκης καὶ ἀπελπισίας. Ἀκόμα ἕνα τέτοιον ἀγῶνα ἂν ἔκανεν ὁ βρυκόλακας, βέβαια θὰ κατώρθωνε νὰ ἐλευθερωθῆ. Τί νὰ ἠμπορέσουν καὶ τὰ ξόρκια σὲ τέτοιο στοιχειό!

– Ἀμάν, σῶσε μας!... ἐψιθύρισαν μὲ τρεμάμενη φωνὴ στὸν ζητιάνο.

Ὁ Τζιριτόκωστας ἐνόησε τώρα τὴν ἀπελπισία τους. Ὅλους τοὺς εἶχε στὴν ἐξουσία του. Καὶ στὴ φωτιὰ ἂν τοὺς ἔλεγε νὰ πηδήσουν, θὰ ἐπηδοῦσαν χωρὶς δισταγμό. Τώρα νὰ μάθη ὁ τελωνοφύλακας ποιὸν ἐποδοκύλισεν ἄσπλαχνα προχθές!

– Βρὲ παιδιά, εἶπε σοβαρά· κι ἐγὼ τὸ θέλω νὰ σᾶς σώσω. Βλέπετε πόσα κάνω γιὰ σᾶς! Μὰ ἔχει δύναμη πολλὴ ὁ ἀναθεματισμένος. Λίγο ἀκόμη καὶ θὰ μᾶς πάρη τὴ σκεπὴ νὰ φύγη!

– Νὰ φύγη... ἐψιθύρισεν ἀνατριχιάζοντας ὁλόκορμος ὁ Παπαρρίζος.

Καὶ τὸ ἱερὸ βιβλίο ἐκυλίσθηκεν ἀπὸ τὰ χέρια του στὴ σκόνη τοῦ δρόμου, σὰν ὅπλο φοβερό, ποὺ μένει ἄνεργο στὰ χέρια δειλοῦ πολεμιστῆ.

– Ναί· ἀπάντησεν ὁ ζητιάνος· καὶ τότε ἀλλοίμονο στὸ χωριό!

– Πωπωπῶ! ὠλόλυξαν οἱ γυναῖκες τραβώντας τὰ μάγουλά τους.

– Τί νὰ κάμουμε; ἐψιθύρισαν οἱ ἄντρες κοιτάζοντας μὲ ἀγωνία τὸν ζητιάνο.

– Νὰ τὸν κάψουμε. Μαζῶξτε ξύλα, κούτσουρα, ἀνάφτε φωτιὲς νὰ τὸν κάψουμε.

– Ναί, εἶπε πρόθυμος ὁ Παπαρρίζος, κι ἐγὼ τὸ ξέρω. Ἔτσι καὶ στὴ Ραψάνη ἔκαψαν τὸ βρυκόλακα·ἔχυσαν ἀσβέστη καὶ τὸν ἔκαψαν μέσα στὸν τάφο του.

Ἀλήθεια, εἶπεν ὁ Τζιριτόκωστας· μὲ ἀσβέστη τοὺς καῖνε. Ἐτοῦτος ὅμως δὲν εἶνε στὸν τάφο καὶ θέλει φωτιά.

– Ναί, φωτιά!... φωτιά!... ἀγριοφώναξαν οἱ χωριάτες πρόθυμοι.

Καὶ ὅλοι, ἄντρες, γυναῖκες καὶ παιδιά, ἔτρεξαν στὰ σπίτια, ἐσύναξαν παλιόξυλα καὶ καλαμιὲς καὶ σβουνιὲς βωδίσες καὶ τὶς ἐσώριασαν ὁλόγυρα στὸ σπίτι τοῦ Βαλαχᾶ. Ὁ ζητιάνος ἐμούτζωσε τοὺς σωροὺς τρεῖς φορές, ἐψιθύρισε τὸ κατάλληλο ξόρκι, ἐβροντοχτύπησε τὰ πόδια του στὴ γῆ, λὲς κι ἐδιάταζε νὰ προβάλλῃ ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ ἔγκατά της στὸν ὑγρὸν ἀέρα πνεῦμα ὑπόγειο. Καὶ ἀληθινὰ τὸ παντοδύναμο πνεῦμα ἐπρόβαλε στὴ στιγμή. Δίχως προσάναμμα, δίχως σπίρτο, καπνὸς ἐγλίστρησε ρᾴθυμος μέσ᾿ ἀπὸ τὰ ξύλα, τριγμοὶ ἀκούσθηκαν κι ἔξαφνα γλῶσσες πύρινες ἐτινάχθηκαν μεσούρανα κι ἐσκέπασαν τὸ σπίτι ἀόρατο κι ἔχυσαν περίγυρα ἄγριο καὶ μεγαλοπρεπὲς τὸ φεγγοβόλημά τους.

– Μέσα, βρυκόλακα!... στάχτη-μπούλμπερη θὰ γένης, τρισκατάρατε!... οὔρλιαζαν οἱ χωριάτες συφάμελοι.

– Φοβήθητι, φύγε, δραπέτευσον, ἀναχώρησον, δαιμόνιον ἀκάθαρτο κι ἐναγές!... ἀγριοφώναξε καὶ ὁ Παπαρρίζος, συνεχίζοντας τοὺς ἐξορκισμοὺς τοῦ Ἁγιασματαρίου.

– Ἐλέφ, ζουχάμ, ρεείλ, χασαμεήλ!... ἐφώναξε καὶ ὁ Τζιριτόκωστας ἀρχίζοντας τὰ μαγικά του.

Τὰ χτήνη τοῦ χωριοῦ στὶς κακοτράχαλες ἐκεῖνες φωνές, ποὺ δὲν εἶχαν τίποτε ἀνθρώπινο μέσα τους, καὶ στῆς φωτιᾶς τὸ σύφλογο γρήγορα ἄρχισαν νὰ προσθέτουν τὴ δύσκολη ἁρμονία τους. Κουφοὶ χτύποι, ἄγριου καὶ ἀπελπισμένου παλεμάτου μηνύματα ἔβγαιναν ἀπὸ κάθε σπίτι. Τ᾿ ἄλογα, δεμένα στὰ παχνιά τους, ἄρχισαν νὰ κλωτσοῦν ἀνυπόμονα καὶ νὰ χτυπιοῦνται στοὺς τοίχους καὶ τὶς κάσες τῆς φάκνας τῶν, νὰ σηκώνουν τὴ σκεπὴ μὲ τὰ κεφάλια καὶ νὰ χλιμιντρίζουν βραχνὰ καὶ φοβισμένα. Τὰ βώδια καὶ τὰ βουβάλια ἔβγαζαν μελαγχολικὸ τὸ βαρύ τους μούγκρισμα. Τὰ γαϊδούρια ἐγκάριζαν· ἐβέλαζαν τὰ πρόβατα μέσα στὰ μαντριὰ καὶ τὰ σκυλιὰ μὲ τὴν οὐρὰ χωμένη στὰ σκέλια, τὸ τομάρι ἀναμαλλιασμένο, ἐκλωθογύριζαν ἀνάμεσα στὰ πόδια τῶν χωριάτων δειλοπερπάτητα κι ἔγρουζαν ἀδιάκοπα, ρίχνοντας ἀπ᾿ ὥρα σ᾿ ὥρα κι ἕν᾿ ἀλύχτημα σὰν ξαφνιασμένα.

Ἀλλὰ καὶ τ᾿ ἄφωνα χτίρια, τὰ χαμόσπιτα καὶ τὰ κιουτσέκια καὶ τὸ κονάκι μὲ τὰ σκοτεινὰ καὶ ὀρθάνοιχα σὰν ἄσαρκες σαγόνες χάσματα τῶν ἀστρεχῶν, τὶς σχισμάδες τῶν καὶ τὰ λακκώματα καὶ τὶς καμπουριασμένες σκεπὲς τῶν· καθὼς ἔπεφτεν ἡ λάβρα ἐπάνω τοὺς κυματιστὴ καὶ πότε τὰ αἱματόβαφε, πότε τ᾿ ἄφινε πάλι στὸν ἴσκιο μαυρειδερά, ἄφωνα, ἐφαίνονταν λουφασμένα καὶ κατάφοβα ἀπὸ τὸν ἄφευκτο κίνδυνο, ποὺ ἀπειλούσετο χωριό.

Ὁ Βαλαχᾶς μέσα στὴν ἀποπνιχτικὴν ἀτμοσφαίρα, ποὺ ἔβραζε περίγυρά του, ἀναγκάσθηκε ν᾿ ἀφήση τὴν ἀδιαφορία. Ἐπήδησεν ἀμέσως ἀπὸ τὸ κρεβάτι κι ἔτρεξε στὸ παραθύρι. Ἀπὸ τὰ χάσματα τοῦ παραθυριοῦ εἶδεν ἔξω τὶς ἄγριες φωτιές, ψηλὲς καὶ κυματιστὲς νὰ τινάζωνται μὲ κατακόκκινη χήτη ἐπάνω του· ἄκουσε στὸ ἀνεμιστὸ τριζοβόλημά τους τὴν ἀπειλὴ κι αἰσθάνθηκε κατὰ πρόσωπο καυστικὸ τὸ χνῶτο τους. Ἀπελπισία τὸν ἔπιασε τότε καὶ ὅλα του τὰ μέλη ἐλύθηκαν. Στὴν ἀρχὴ ὅλα τὰ ἐπῆρεν ὁ Βαλαχᾶς πῶς ᾖρθαν ἀπὸ κάποια παρεξήγηση κι εὔκολα ἐπίστεψε πῶς θὰ ἐδιορθώνονταν. Ὅταν ὅμως εἶδε τὶς φωτιὲς καὶ ἀκόμη περισσότερο ὅταν εἶδε τὸν ζητιάνο ἀρχηγὸν ὅλης της φοβερῆς προσβολῆς, ἐμάντεψε τὰ πάντα. Ἐθυμήθηκεν ἀμέσως τὸ κλωτσοπάτημα, ποὺ τοῦ ἔδωκε προχθές, ὅταν τὸν ἔπιασαν τὰ νεῦρα του. Τώρα βέβαια ἤθελε νὰ τὰ πάρη πίσω τὰ δανεικά του. Συμπάθειες στὸ χωριὸ δὲν εἶχεν αὐτός. Ἄλλως τὲ οὔτε καὶ τὶς ἐζήτησε ποτέ. Τώρα ὅμως ἐκαταλάβαινε πῶς αὐτὸ καὶ μόνον ἔφθανε νὰ τοῦ στοιχίση τὴ ζωή. Ὁ ζητιάνος ηὖρε τὸ μῖσος λαθροκρυμμένο ἐναντίον του καὶ τώρα τὸ ἐσυνταύλιζεν ἐπιτήδεια γιὰ νὰ κατορθώση τὴν ἐκδίκησή του.

– Καλά μου τὴν ἔφερε! ἐσκέφθηκε στενοχωρεμένος.

Ἀλλ᾿ ἔξαφνα τὸ αἷμα ἀνέβηκε στὸ κεφάλι του. Τὸ πεῖσμα συντροφευμένο μὲ ὑπερβολικὸ φόβο τὸν κατάντησαν ἔξω φρενῶν. Ἀστεία δὲν ἦταν πλέον τὰ καμώματα τῶν χωριάτων! Ἀποφάσισαν ἀληθινὰ ζωντανὸ νὰ τὸν κάψουν· ἀλλ᾿ αὐτὸς δὲν ἔπρεπε νὰ καῆ μὲ σταυρωμένα χέρια. Ἔτρεξεν ἀμέσως στὴ γωνιὰ νὰ πάρη τὸ ντουφέκι του καὶ νὰ παλέψη γερά. Θὰ ξαπλώση τουλάχιστον δυό-τρεῖς νεκρούς, θ᾿ ἀδειάση ὅλα του τὰ φυσέκια κι ἔπειτα ὅ,τι μέλλει νὰ γένη, ἂς γένη.

Ἀλλὰ φυσέκια δὲν εἶχε. Τὶς παλάσκες τὶς ἄφησε μαζὶ μὲ τὰ σπαθόλουρά του πίσω στὴ βουρλιά, ὅταν τὸν ἔπιασεν ἡ ἀσφυξία. Στὴ σαστιμάρα του δὲν ἐσυλλογίσθηκε καθόλου νὰ τὰ ζωσθῆ, ὅταν ἔφυγεν. Ἐπῆρε μαζί του μόνον τὸ ντουφέκι. Ἀλλὰ τί νὰ τὸ κάμῃ χωρὶς φυσέκια τὸ ντουφέκι; Ἔξαφνα φωτεινὴ ἰδέα ἐπέρασε στὸν νοῦ του. Δὲν ἠμποροῦσε τάχα νὰ τρομάξη τοὺς Καραγκούνηδες μόνον μὲ τὸ ὅπλο του. Ἔτρεξεν ἀμέσως, ἄνοιξε μὲ πάταγο τὸ παραθυρόφυλλο.

– Πίσω καὶ σᾶς ἔφαγα! ἔκραξε μὲ βροντερὴ φωνή.

Στὴν ἐξαγριωμένη παρουσία τοῦ τελωνοφύλακα, στὸν πάταγο τῶν παραθυρόφυλλων καὶ στὴν ὄψη τοῦ ὅπλου, ποὺ τὸ ἔκαναν ἀκόμη ἀγριώτερο οἱ λάμψες τῆς φωτιᾶς, οἱ Καραγκούνηδες ἐσκόρπισαν νὰ κρυβοῦν μὲ φωνὲς καὶ ἀλαλητὸ ὑπεράνθρωπο. Ὁ Παπαρρίζος, μὲ τοὺς ἐξορκισμοὺς τρεμόσβυστους ἀκόμη στὰ χείλη, ἐχώθηκε κάτω ἀπὸ ἕνα κιουτσέκι. Ὁ πάρεδρος, ὁ Τζουμᾶς, ὁ Κράπας, ὁ Μαγουλᾶς ἐστριμώχθηκαν πίσω ἀπὸ τὴ μάντρα τοῦ κονακιοῦ. Καὶ αὐτὸς ὁ Τζιριτόκωστας ἔχασεν ὅλη τὴν ἀταραξία του κι ἔτρεξε νὰ κρυφθῆ στὸ ἀγκωνάρι τοῦ πρώτου σπιτιοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἦταν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ παραλεῖ τόσον εὔκολα ὁ κίνδυνος. Περισσότερον ἀγρίεψε τώρα στὴν ἀντίδραση καὶ τὸ μῖσος τοῦ ἐφλόγωσε δυνατώτερο μέσα του. Ἔκραξεν ἕνα με τὸν ἄλλον τοὺς χωριάτες κοντά του καὶ ἄρχισε νὰ τοὺς συμβουλεύῃ καὶ νὰ τοὺς ἐνθαρρύνῃ σὰν στρατηγὸς ἐπιτήδειός τους στρατιῶτες του στὴν ὥρα ἀπελπιστικῆς ἑφόδου. Τί φοβοῦνται τ᾿ ἀέρινα ὅπλα; τοὺς ἔλεγε. Ὁ βρυκόλακας δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ ἔχῃ ἀληθινὰ ὅπλα μαζί του! Ἔτσι τὰ φτιάνει, ψεύτικα στὴ φαντασία τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ τοὺς τρομάζῃ καὶ νὰ μένῃ ἐλεύθερος. Ἀλλ᾿ ἂν μείνη ἐλεύθερος, ἀλλοίμονο σ᾿ ἐκείνους καὶ τὶς οἰκογένειες καὶ τὰ χτήνη τους! Ἴσα-ἴσα τώρα ποὺ ἐφρένιασεν ὁ βρυκόλακας, τώρα ἔπρεπε νὰ τὸν περιορίσουν ἀκόμη περισσότερο.

– Φωτιά, παιδιά, γιατί θὰ φύγη! ἐφώναξε μὲ χασκογέλασμ᾿ ἀπαίσιον ὁ ζητιάνος.

Καί, φοβερός, ἔτρεξε πρῶτος στὸν σωρό, ἅρπαξε δαυλὶ ἀναμμένο καὶ τὸ ἐτίναξεν ἐπάνω ἀπὸ τὴ σκεπὴ τοῦ σπιτιοῦ.

– Φωτιά, παιδιά!... ἐφώναξαν ἀμέσως καὶ οἱ χωριάτες ἀγριεμένοι ἀπὸ τὸν ἐνθουσιασμὸ καὶ τὸν τρόμο τους.

Καὶ τ᾿ ἀναμμένα δαυλόξυλα, κατακόκκινα, σπιθοβόλα, διέγραφαν ἀπὸ παντοῦ φωτεινὰ μισότοξα κι ἐσταυρώνονταν γοργὰ πυροτεχνήματα ἐπάνω ἀπὸ τὴ σκεπὴ τοῦ Βαλαχᾶ. Στὴν ἄγρια ἐκείνη ἐπίθεση ἐπάγωσεν ὅλος. Δὲν τοῦ ᾖρθε πλέον στὸν νοῦ οὔτε νὰ φωνάξη, οὔτε νὰ μιλήσῃ, οὔτε ν᾿ ἀντισταθῆ. Τὸ αἷμα τοῦ ἔβραζε· τὰ μηνίγγια τοῦ ἐχτυποῦσαν σφυριά. Σχεδὸν αἰσθανόταν γύρω τοῦ τὴν ἀσφυχτικὴ λάβρα τῆς φωτιᾶς· ἄκουε, λές, τὸ φριχτὸ τσιτσίρισμα τῆς σάρκας του· ἐνοοῦσε τὸ ψυχομάχημά του ποὺ ἀνέβαινε νὰ σβύσῃ μὲ τόσον ἄδικο καὶ πονετικὸ θάνατο!

– Νὰ μποροῦσα νάφευγα! ἐψιθύρισεν ἔξαφνα δειλά, σὰν τὴν ἐλπίδα ποὺ ἐσύλλαβε καὶ σιγαλά, σὰν νὰ ἐφοβόταν μήπως ἀκουσθῇ καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐλπίδα του.

Ἐσυλλογίσθηκε πῶς τὸ διπλανὸ δωμάτιο εἶχεν ἕνα παραθύρι καὶ κάτω ἀπὸ τὸ παραθύρι ἦταν ὁ ἀχυρῶνας. Ἂν κατόρθωνε νὰ πηδήσῃ στὸν ἀχυρῶνα καὶ ἀπ᾿ ἐκεῖ νὰ πάρη τὸ βουνὸ χωρὶς νὰ τὸν ἰδοῦν οἱ χωριάτες, ἐσωνόταν. Εὐθύς με τὴ σκέψη ἐπῆρε τὸ κερὶ κι ἐτράβηξεν ἴσα στὸ δωμάτιο. Ἀλλὰ μόλις ἐπλησίασε στὴν πόρτα, ἔρριξε τρανὴ καὶ ἄγρια φωνή· τὰ μάτια τοῦ μεγάλα, κάτασπρα, ἐστυλώθηκαν κατὰ γῆς· τὰ μαλλιὰ τοῦ ἐσηκώθηκαν ἄγρια σὰν ἀγκάθια, ἔπεσε τὸ κερὶ ἀπὸ τὰ χέρια του καὶ μ᾿ ἕνα στριφογύρισμα ἐβρόντηξεν ἀναίσθητος ἐπάνω στὸ κρυοπαγωμένο πτῶμα τοῦ Μουτζούρη.

– Φωτιά, παιδιά, γιατὶ θὰ μᾶς φύγῃ! ἐφώναζε πάντοτε χασκογελώντας ὁ Τζιριτόκωστας.

– Φωτιά, παιδιά! οὔρλιαζαν καὶ οἱ χωριάτες ἀγριεμένοι ἀπὸ τὸν ἐνθουσιαμὸ καὶ τὸν τρόμο τους.

Ὅπου ἂν τυγχάνῃς ἢ ἀπέρχη ἢ αὐτὸς ἢ ὁ Βεελζεβοὺλ ἢ κατασείων ἢ δρακοντοειδὴς ἢ θηριοπρόσωπος ἢ ὡς ἀτμὶς καὶ ὡς καπνὸς φαινόμενος!... ἐξώρκιζεν ὁ Παπαρρίζος μὲ ὅλη τὴν ἀπελπισία καὶ τὴ φρίκη του.

Ἀλλ᾿ ἔξαφνα πίσω ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ Βαλαχᾶ καὶ πίσω ἀπὸ τὴ μεγάλη πύλη τοῦ κονακιοῦ πυκνὸς καπνὸς καὶ λαμπάδες πύρινες ἐτινάχθηκαν στὸν αἰθέρα. Οἱ χωριάτες ἔμειναν γιὰ μία στιγμὴ κατάπληχτοι ἐμπρὸς στὸ θέαμα. Κι ἔπειτα, μὲ τὴ συνείδηση μεγάλης εὐθύνης, ἐσκόρπισαν ἐδῶ κι ἐκεῖ κατάτρομοι, σὰν ἁμαρτωλοὶ ἐμπρὸς στὴν ὄψη τοῦ Δικαιοκρίτη.

– Τὸ κονάκι ἔπιασε!... Φωτιὰ στὸ κονάκι!...

Δεν υπάρχουν σχόλια: